spot_img
spot_img

Πάφος: 40 νέα λεωφορεία δεν έχουν ακόμη ενταχθεί στον στόλο – Πρόστιμα €2,37εκ

Η Ελεγκτική Υπηρεσία καταγράφει σοβαρές καθυστερήσεις στην υλοποίηση της σύμβασης – Ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων και την ικανότητα του κράτους να επιβάλλει τις συμβατικές υποχρεώσεις.

Σαράντα από τα 72 νέα λεωφορεία που είχε δεσμευτεί να εντάξει στον στόλο του ο Παραχωρησιούχος των δημόσιων μεταφορών στην επαρχία Πάφου εξακολουθούν να απουσιάζουν, δύο και πλέον χρόνια μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Την ίδια ώρα, οι οικονομικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν έχουν ξεπεράσει τα €2,37 εκατ.

Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στο Υπόμνημα ΥΠ-ΕΥ 04/2026 της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, το οποίο εξέτασε την τήρηση των όρων της σύμβασης για τις δημόσιες επιβατικές μεταφορές στην Πάφο, με ιδιαίτερη έμφαση στην ανανέωση του στόλου και στην εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου.

Η ταχύτητα σκοτώνει

Από τα 72 νέα λεωφορεία, εντάχθηκαν μόλις 32

Η σύμβαση μεταξύ του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων και του Παραχωρησιούχου υπογράφηκε στις 30 Νοεμβρίου 2022.

Με βάση το Σχέδιο Μετάβασης και Υλοποίησης, ο Παραχωρησιούχος είχε αναλάβει την υποχρέωση να διαθέτει, εντός 12 μηνών από την υπογραφή της σύμβασης, ιδιόκτητο στόλο 80 λεωφορείων, από τα οποία 72 θα ήταν καινούργια.

Η μεταβατική περίοδος παρατάθηκε τελικά μέχρι τις 7 Φεβρουαρίου 2024. Ωστόσο, μέχρι τότε είχαν ενταχθεί στην υπηρεσία μόλις 20 νέα λεωφορεία.

Κατά τον έλεγχο της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, ο οποίος ολοκληρώθηκε τον Φεβρουάριο του 2026, ο αριθμός είχε αυξηθεί στα 32 νέα λεωφορεία. Ως αποτέλεσμα, η Υπηρεσία διαπίστωσε παραβίαση των χρονοδιαγραμμάτων που προβλέπονταν στο Σχέδιο Μετάβασης και Υλοποίησης.

Η παραγγελία των 82 λεωφορείων

Η καθυστέρηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία του ελέγχου, είχε προχωρήσει στις 26 Ιανουαρίου, 6 και 7 Φεβρουαρίου 2023 η υποβολή παραγγελιών για συνολικά 82 λεωφορεία.

Η Αναθέτουσα Αρχή είχε κρίνει τότε λογικό και αποδεκτό το χρονικό διάστημα που είχε μεσολαβήσει από την υπογραφή της σύμβασης μέχρι τις παραγγελίες και είχε παραχωρήσει παράταση της μεταβατικής περιόδου έως τις 7 Φεβρουαρίου 2024.

Τα πρόστιμα έφτασαν τα €2.373.693,60

Μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου και τη διαπίστωση ότι η προβλεπόμενη επένδυση δεν είχε ολοκληρωθεί, η Αναθέτουσα Αρχή απέστειλε δύο επιστολές συμμόρφωσης, στις 18 Σεπτεμβρίου και 3 Οκτωβρίου 2024, θέτοντας ως τελική προθεσμία την 25η Οκτωβρίου.

Παράλληλα, επιβλήθηκαν αρχικά χρηματικές ποινές €200 και €500.

Η μη συμμόρφωση συνεχίστηκε και ενεργοποιήθηκε η πρόνοια της σύμβασης για επιβολή ποινής ίσης με το διπλάσιο της ανάλογης ημερήσιας τιμής απόσβεσης για κάθε ημέρα καθυστέρησης, με αναδρομική ισχύ από τις 7 Φεβρουαρίου 2024.

Μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου 2025, το συνολικό ποσό που είχε αποκοπεί από την κρατική αποζημίωση του Παραχωρησιούχου ανερχόταν σε €2.373.693,60.

Η υπηρεσία συνεχίζεται με παλαιότερα και ενοικιαζόμενα λεωφορεία

Παρά την καθυστέρηση στην ανανέωση του στόλου, η Ελεγκτική Υπηρεσία αναφέρει ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που της παραχωρήθηκαν από την Αναθέτουσα Αρχή, ο Παραχωρησιούχος καλύπτει την ετήσια υπηρεσία σε χιλιόμετρα που απαιτεί η σύμβαση.

Το κενό από την απουσία των νέων λεωφορείων καλύπτεται με υφιστάμενα μεγαλύτερης ηλικίας λεωφορεία, καθώς και με ενοικιαζόμενα οχήματα.

«Αδυναμία του κράτους να λάβει άμεσα διορθωτικά μέτρα»

Ιδιαίτερα αυστηρή είναι η αξιολόγηση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας ως προς τη διαχείριση της σύμβασης.

Στα συμπεράσματά της αναφέρει ότι αναδεικνύεται «η αδυναμία του Κράτους άμεσα να λάβει διορθωτικά μέτρα» σε περιπτώσεις ουσιωδών αποκλίσεων από τις πρόνοιες δημόσιων συμβάσεων, σημειώνοντας ότι η μεταβατική περίοδος είχε λήξει δυόμισι χρόνια νωρίτερα.

Παράλληλα, η Υπηρεσία εκφράζει προβληματισμό για πιθανές επιπτώσεις στην ίση μεταχείριση και τον ανταγωνισμό μεταξύ των εταιρειών που συμμετείχαν στον διαγωνισμό, αλλά και για τον κίνδυνο δημιουργίας ενός «κακού προηγουμένου» για άλλες δημόσιες συμβάσεις.

Ζητήματα ασφάλειας και ποιότητας

Η καθυστέρηση στην αντικατάσταση των παλαιότερων λεωφορείων με νεότερα οχήματα, τα οποία θα πρέπει να ανταποκρίνονται στις προβλεπόμενες προδιαγραφές, προκαλεί, σύμφωνα με την Ελεγκτική Υπηρεσία, προβληματισμό και σε σχέση με την ασφάλεια και την ποιότητα των υπηρεσιών.

Η Υπηρεσία επισημαίνει ακόμη ότι η παρατεταμένη μη συμμόρφωση, παρά την επιβολή οικονομικών κυρώσεων, ενδέχεται να καταδεικνύει αδυναμία στον αρχικό σχεδιασμό της σύμβασης.

Όπως σημειώνει, είναι πιθανό οι οικονομικές συνέπειες της μη συμμόρφωσης να μην είναι αρκετά σημαντικές ώστε να δημιουργούν στον Παραχωρησιούχο επαρκές κίνητρο για να προχωρήσει στην υλοποίηση της επένδυσης.

Η υπόθεση της Πάφου αφήνει έτσι ανοικτό ένα ευρύτερο ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο το κράτος σχεδιάζει και επιβάλλει τις συμβατικές υποχρεώσεις σε μεγάλες δημόσιες συμβάσεις.

Όπως υπογραμμίζει ο Γενικός Ελεγκτής Ανδρέας Παπακωνσταντίνου στον πρόλογο του Υπομνήματος, η αποτελεσματικότητα μιας δημόσιας σύμβασης δεν κρίνεται μόνο από τη νομιμότητα των διαδικασιών, αλλά κυρίως από το κατά πόσο το κράτος μπορεί να διασφαλίσει ότι οι ουσιώδεις υποχρεώσεις του αναδόχου «πράγματι υλοποιούνται».

Στην περίπτωση της σύμβασης των δημόσιων μεταφορών στην Πάφο, η απάντηση που προκύπτει από τα ευρήματα του ελέγχου είναι ότι, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2026, η βασική δέσμευση για τα 72 νέα λεωφορεία παρέμενε ανεκπλήρωτη, παρά τις κυρώσεις που είχαν ήδη επιβληθεί.

Support Local Business