«Όπου έχει μάνα, έχει σκιά»

0
78

«Όπου έχει μάνα, έχει σκιά», άκουσα κάποιον να λέει τις προάλλες. Και η φράση έμεινε μέσα μου. Ίσως γιατί μεγαλώνοντας αρχίζεις να καταλαβαίνεις καλύτερα εκείνα που κάποτε θεωρούσες δεδομένα. Μια φωνή που ρωτά αν έφτασες. Ένα τηλέφωνο χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Έναν άνθρωπο που ανησυχεί περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται και αγαπά περισσότερο απ’ όσο ξέρει να δείξει.

Κι ύστερα σκέφτηκα πως δεν έχουν όλοι τη μάνα τους δίπλα τους. Κάποιοι όμως συνεχίζουν να περπατούν στη σκιά της. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν από τη ζωή μας, αλλά δεν φεύγουν ποτέ από τον τρόπο που ζούμε.

Μένουν στις μικρές μας συνήθειες. Στον τρόπο που στρώνουμε ένα τραπέζι. Σε μια φράση που κάποτε μας εκνεύριζε και σήμερα πιάνουμε τον εαυτό μας να την επαναλαμβάνει. Σε μια συνταγή που ποτέ δεν πετυχαίνει ακριβώς όπως η δική της. Στον τρόπο που σκεπάζουμε το παιδί μας όταν κοιμάται. Ακόμη και σε εκείνο το «πάρε με όταν φτάσεις» που κάποτε ακούγαμε εμείς και τώρα λέμε στους δικούς μας ανθρώπους.

Ίσως τελικά αυτή να είναι η σκιά της μάνας. Όχι μόνο η παρουσία της. Αλλά όλα εκείνα που αφήνει πάνω μας χωρίς καν να το καταλάβουμε.

Όσο είμαστε μικροί, θέλουμε να ξεφύγουμε από αυτή τη σκιά. Να μεγαλώσουμε, να φύγουμε, να αποδείξουμε ότι μπορούμε μόνοι μας. Μας ενοχλούν οι πολλές ερωτήσεις, οι συμβουλές που δεν ζητήσαμε, οι φόβοι της. «Ντύσου», «φάε κάτι», «μην αργήσεις», «πρόσεχε». Μικρές λέξεις που τις ακούμε τόσες φορές, ώστε κάποια στιγμή παύουμε να ακούμε αυτό που πραγματικά λένε.

«Σε αγαπώ».

Μόνο που οι μάνες, πολλές φορές, δεν το λένε έτσι.

Το λένε με ένα πιάτο φαγητό που περίσσεψε «τυχαία». Με μια σακούλα γεμάτη πράγματα που δεν ζήτησες. Με ένα φως αναμμένο μέχρι να επιστρέψεις. Με ένα βλέμμα που καταλαβαίνει ότι κάτι έχεις, ακόμη κι όταν επιμένεις πως είσαι καλά.

Και μεγαλώνουμε.

Και κάποια στιγμή, χωρίς να ξέρουμε ακριβώς πότε συνέβη, αρχίζουμε να βλέπουμε τη μάνα μας διαφορετικά. Όχι πια μόνο σαν μάνα. Αλλά σαν άνθρωπο.

Έναν άνθρωπο που φοβήθηκε. Που κουράστηκε. Που έκανε λάθη. Που είχε όνειρα πριν υπάρξουμε εμείς. Που ίσως άφησε κάποια από αυτά στην άκρη. Που δεν είχε πάντα τις σωστές απαντήσεις, αλλά προσπαθούσε να μας πείσει ότι τις είχε, για να νιώθουμε εμείς ασφαλείς.

Και τότε είναι που καταλαβαίνεις κάτι που ως παιδί δεν μπορούσες να καταλάβεις.

Ότι η σκιά δεν ήταν εκεί για να σου κρύψει τον ήλιο.

Ήταν εκεί για να μπορείς, όταν ο ήλιος έκαιγε πολύ, να έχεις κάπου να σταθείς.

Κάποιοι έχουν ακόμη αυτή τη σκιά δίπλα τους. Άλλοι την κουβαλούν μόνο μέσα τους. Και υπάρχουν και άνθρωποι που η ζωή τούς έδωσε μια διαφορετική ιστορία με τη μητέρα τους, πιο δύσκολη, πιο σύνθετη, ίσως γεμάτη αποστάσεις και πράγματα που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Γιατί καμία σχέση δεν είναι ίδια και καμία μάνα δεν είναι ίδια.

Όμως για όσους υπήρξε κάποτε αυτή η αγάπη, η σκιά της δεν χάνεται εύκολα.

Μπορεί να περάσουν χρόνια και ξαφνικά να τη συναντήσεις εκεί που δεν το περιμένεις. Σε μια μυρωδιά. Σε ένα τραγούδι. Σε ένα παλιό συρτάρι. Σε ένα «πρόσεχε» που θα πεις μηχανικά στο δικό σου παιδί.

Και ίσως τότε να καταλάβεις.

Ότι κάποτε περπατούσες κάτω από τη σκιά της χωρίς να το γνωρίζεις.

Και πως, είτε βρίσκεται ακόμη δίπλα σου είτε ζει πια μέσα σε όλα όσα σου άφησε, ένα κομμάτι της θα περπατά πάντα μαζί σου.

Γιατί όπου έχει μάνα, έχει σκιά.

Και κάποιες σκιές, ακόμη κι όταν φύγει ο άνθρωπος που τις δημιούργησε, δεν χάνονται ποτέ.

της Σταυρούλας Μιλτιάδου