Η πρόσφατη έκπτωση του Επισκόπου κ. Τυχικού από τον Μητροπολιτικό θρόνο της Πάφου, από την Ιερά Σύνοδο και η περσινή παύση του κ. Οδυσσέα Μιχαηλίδη από την θέση του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας, από το Ανώτατο Δικαστήριο, ερμηνεύονται και σχολιάζονται πολύ λανθασμένα και πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Φυσικά ο πολύς κόσμος, όπως συνήθως συμβαίνει και σε πολλές άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, δεν καταλαμβαίνει περί τίνος πρόκειται, επειδή δεν δίνει την αναγκαία προσοχή που χρειάζεται για την κατανόηση τόσο των κατηγοριών όσο και των αποφάσεων των αρμοδίων οργάνων.
Εκείνο που με ενοχλεί και γράφω αυτό το άρθρο είναι για να ψέξω πρώτα αυτούς που αντιλαμβάνονται πολύ καλά τα γεγονότα ως έχουν αλλά προσποιούνται συνειδητά πως δεν καταλαμβαίνουν για να μεταφέρουν , ως μη ώφειλε, αλλού το θέμα και ύστερα για να δώσω κάποιες ιστορικές πληροφορίες που, πιστεύω, θα βοηθήσουν τους αναγνώστες που θέλουν να μάθουν περισσότερα για την περίπτωση του εκκλησιαστικού.
Βλέπουμε λοιπόν επωνύμους και άλλους να ισχυρίζονται και να λένε, οι πρώτοι ανερυθριάστως, ότι ο τέως Γενικός Ελεγκτής παύθηκε επειδή δήθεν δεν έκανε καλά την δουλειά του και ο τέως Πάφου καθαιρέθηκε από τον Θρόνο χωρίς σοβαρό λόγο και αιτία.
Το εκκλησιαστικό πρόβλημα είναι ευρύτερο και βαθύτερο και οπωσδήποτε δεν περιορίζεται στις τεταμένες σχέσεις Αρχιεπισκόπου κ. Γεωργίου και τέως Μητροπολίτη Πάφου κ. Τυχικού. Υπάρχουν πολλά επιμέρους ζητήματα αλλά το βασικότερο σχετίζεται με τις σημερινές σχέσεις που πρέπει (ή δεν πρέπει κατ’ άλλους) να έχουμε οι Ορθόδοξοι με τους Καθολικούς. Για να αντιληφθούμε πληρέστερα το θέμα είναι ανάγκη να ανατρέξουμε στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το 1054 έγινε το Σχίσμα, όπως ονομάστηκε, μεταξύ των δύο εκκλησιών το οποίο εδραιώθηκε με την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους (1204). Από το 1261, έτος κατά το οποίο οι Βυζαντινοί ανέκτησαν την Πόλη, και μέχρι την τουρκική κατάκτηση του 1453 το κυρίαρχο ζήτημα που απασχολούσε κράτος , λαό και εκκλησία, ήταν η συζήτηση και αντιπαλότητα για την επανένωση των δύο εκκλησιών,
Καθολικής και Ορθοδόξου. Η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο πλευρών έφτασε στο αποκορύφωμά της παραμονές της Αλώσεως. Όταν οι Τούρκοι πολιορκούσαν την Κωνσταντινούπολη, η πλευρά των ¨ενωτικών¨ πίστευε ή ήλπιζε πως με την Ένωση των δύο εκκλησιών, ο Πάπας θα έστελνε στρατιωτική βοήθεια και θα σώζονταν. Από την άλλη οι ¨ανθενωτικοί¨ οι οποίοι θεωρούσαν την Ένωση υποταγή στον Πάπα, αντέτασσαν πως προτιμούν τουρκικό φέσι παρά παπική τιάρα. Η ρήση αποδίδεται στον Λουκά Νοταρά, Μέγα Δούκα και Σύμβουλο του Αυτοκράτορα. «κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν.»
«Η Πόλις εάλω» την 29η Μαίου 1453 και ο Ελληνισμός έπεφτε στο σκοτάδι της τουρκοκρατίας. Αξίζει να σημειωθεί πως ο Σουλτάνος Μωάμεθ ο Πορθητής, πολιτικά και πονηρά σκεπτόμενος, έψαξε και βρήκε ένα πολύ μορφωμένο αλλά και πολύ φανατικό ανθενωτικό τον Γεώργιο Σχολάριο και φρόντισε να τον κάνει Πατριάρχη. Είναι ο γνωστός πρώτος Πατριάρχης μετά την Άλωση με το όνομα Γεννάδιος.
Από τότε έχουν περάσει περισσότερα από 500 χρόνια και όμως το πρόβλημα εξακολουθεί να υπάρχει. Οι ανθενωτικοί του Βυζαντίου είναι οι σημερινοί αντιτειχιστές και όπως όλα δείχνουν ένας από αυτούς είναι και ο τέως Μητροπολίτης Πάφου.
Προσωπικά πιστεύω πως πρέπει όχι μόνο οι Ορθόδοξοι και οι Καθολικοί αλλά και οι Χριστιανοί όλων των άλλων δογμάτων, να βρούμε τρόπο συνένωσης ή στενής συνεργασίας και αλληλοκατανόησης, με κοινό παρονομαστή την Αγάπη που κήρυξε ο Θεάνθρωπος, πριν καταποντιστούμε όλοι από την πλημμύρα του μουσουλμανισμού και της αθεϊας.
Αντρέας Ιεροκηπιώτης




