Διακοπές.
Ίσως είναι από εκείνες τις λέξεις που χρησιμοποιούμε τόσο συχνά, που κάποια στιγμή ξεχάσαμε τι πραγματικά σημαίνουν.
Διακόπτω.
Διακόπτω τη δουλειά.
Διακόπτω τα ραντεβού.
Διακόπτω τα τηλέφωνα.
Διακόπτω τα «πρέπει».
Διακόπτω ακόμη και αυτή την παράξενη ανάγκη να κάνω συνέχεια κάτι.
Και κάνω το εντελώς αντίθετο από αυτό που κάνω όλο τον χρόνο.
Τίποτα.
Όχι άλλο πρόγραμμα για τις διακοπές. Όχι ξυπνητήρι για να προλάβουμε την παραλία, μετά φαγητό, μετά βόλτα, μετά αξιοθέατα, μετά ποτό, επειδή «ήρθαμε μέχρι εδώ και πρέπει να τα δούμε όλα».
Γιατί αν χρειάζεσαι πρόγραμμα για να ξεκουραστείς από το πρόγραμμα, κάτι μάλλον έχουμε καταλάβει λάθος.
Οι διακοπές δεν χρειάζεται να είναι παραγωγικές.
Δεν χρειάζεται να επιστρέψεις έχοντας δει δεκαπέντε μέρη, έχοντας τραβήξει πεντακόσιες φωτογραφίες και έχοντας εξαντλήσει κάθε πιθανή εμπειρία που προσφέρει ένας προορισμός.
Μπορείς απλώς να ξυπνήσεις χωρίς να ξέρεις τι ώρα είναι.
Να μείνεις λίγο περισσότερο στο κρεβάτι.
Να καθίσεις δύο ώρες σε μια γωνιά και να χαζεύεις τον κόσμο.
Να φας κάτι επειδή σου έκανε όρεξη.
Να κοιμηθείς το απόγευμα.
Να μη δεις εκείνο το αξιοθέατο που «όλοι λένε ότι πρέπει να δεις».
Και να μην αισθανθείς την παραμικρή ενοχή γι’ αυτό.
Γιατί δεν πήγες εκεί για να αποδείξεις ότι ήσουν καλός τουρίστας.
Πήγες για να σταματήσεις.
Ζούμε σχεδόν ολόκληρο τον χρόνο με την αίσθηση ότι κάτι μας κυνηγά. Ένα μήνυμα που πρέπει να απαντηθεί, μια δουλειά που πρέπει να τελειώσει, μια υποχρέωση που περιμένει, κάποιος που μας χρειάζεται.
Ίσως λοιπόν η μεγαλύτερη πολυτέλεια των διακοπών να μην είναι το ακριβό ξενοδοχείο, η μακρινή παραλία ή το αεροπορικό εισιτήριο.
Ίσως να είναι το «δεν έχω τίποτα να κάνω».
Και ακόμη περισσότερο:
«Δεν χρειάζεται να κάνω τίποτα».
Να αφήσεις το σώμα να αποφασίσει πότε θα ξυπνήσει. Το μυαλό να κατεβάσει ταχύτητα. Τη μέρα να εξελιχθεί χωρίς να την έχεις προγραμματίσει από το προηγούμενο βράδυ.
Να βαρεθείς ακόμη.
Γιατί ακόμη και η βαρεμάρα έχει θέση στις διακοπές.
Μέσα σε αυτήν πολλές φορές αρχίζεις πάλι να ακούς τις σκέψεις σου, να παρατηρείς όσα προσπερνούσες και να θυμάσαι πώς είναι να υπάρχεις χωρίς να πρέπει συνεχώς να αποδίδεις.
Οι πραγματικές διακοπές ίσως τελικά δεν μετριούνται σε χιλιόμετρα.
Μπορεί να μη χρειάζεται καν να φύγεις πολύ μακριά.
Μετριούνται στην απόσταση που κατάφερες να βάλεις ανάμεσα σε εσένα και στην καθημερινότητα.
Στο πόσο κατάφερες να χαμηλώσεις τον θόρυβο.
Στο πόσο λίγο κοίταξες το ρολόι.
Στο πόσες φορές είπες «δεν πειράζει, αύριο».
Γιατί διακοπές σημαίνει ακριβώς αυτό.
Διακόπτεις.
Και για λίγες ημέρες κάνεις κάτι που μέσα στον υπόλοιπο χρόνο έχουμε σχεδόν ξεχάσει πώς γίνεται:
Τίποτα.
Και ίσως αυτό το τίποτα να είναι τελικά ακριβώς αυτό που χρειαζόμασταν, λέω εγώ η άσχετη τώρα…
της Σταυρούλας Μιλτιάδου



