Ο θάνατος ενός αγαπημένου καλλιτέχνη προκαλεί καμιά φορά ένα παράξενο συναίσθημα.
Μαθαίνεις την είδηση και στεναχωριέσαι πραγματικά.
Κι ύστερα σχεδόν απορείς με τον ίδιο σου τον εαυτό.
«Μα γιατί; Δεν τον γνώριζα. Δεν τον συνάντησα ποτέ. Δεν ήταν άνθρωπός μου».
Κι όμως, κάπως ήταν.
Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπήκαν ποτέ στο σπίτι μας, αλλά μπήκαν στη ζωή μας.
Τους ακούσαμε στον πρώτο έρωτα. Στον χωρισμό. Σε ένα αυτοκίνητο ξημερώματα. Σε ένα καλοκαίρι που θυμόμαστε ακόμη. Σε μια παρέα που ίσως δεν υπάρχει πια. Σε μια δύσκολη περίοδο, όταν ένα τραγούδι κατάφερε να πει αυτό που εμείς δεν μπορούσαμε.
Δεν γνωρίσαμε τον άνθρωπο.
Γνωρίσαμε όμως όσα αισθανθήκαμε μέσα από εκείνον.
Και ίσως αυτό πενθούμε όταν φεύγει ένας καλλιτέχνης που μας συνόδευσε για χρόνια.
Όχι μόνο τον ίδιο.
Πενθούμε λίγο και τις εποχές μας.
Τη νιότη μας. Έναν παλιό έρωτα. Ένα πρόσωπο. Ένα μέρος. Εκείνον τον εαυτό μας που κάποτε τραγουδούσε δυνατά ένα συγκεκριμένο τραγούδι και πίστευε πως η ζωή ήταν ακόμη ολόκληρη μπροστά του.
Η μουσική έχει αυτή την παράξενη δύναμη. Δεν αποθηκεύεται μόνο στη μνήμη. Δένεται με ανθρώπους, μυρωδιές, δρόμους, στιγμές και συναισθήματα.
Γι’ αυτό και ένα τραγούδι μπορεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να μας γυρίσει είκοσι χρόνια πίσω.
Και όταν μαθαίνουμε ότι η φωνή πίσω από τόσες αναμνήσεις σίγησε, κάτι μέσα μας αντιλαμβάνεται ξαφνικά και το πέρασμα του δικού μας χρόνου.
Ίσως λοιπόν δεν είναι καθόλου παράξενο να δακρύζουμε για κάποιον που δεν γνωρίσαμε ποτέ.
Γιατί οι άνθρωποι δεν γίνονται πάντοτε κομμάτι της ζωής μας επειδή τους αγγίξαμε ή τους μιλήσαμε.
Μερικές φορές αρκεί ένα τραγούδι.
Και ίσως γι’ αυτό, όταν φεύγει ένας καλλιτέχνης που αγαπήσαμε, δεν αισθανόμαστε ότι χάθηκε ένας άγνωστος.
Αισθανόμαστε ότι έκλεισε για πάντα μια μικρή πόρτα προς κάποια εποχή της δικής μας ζωής.
Κι ευτυχώς, υπάρχει κάτι που μένει.
Πατάς ξανά το play.
Και για τέσσερα λεπτά, η πόρτα ανοίγει πάλι.
της Σταυρούλας Μιλτιάδου



