Δεν λέω συχνά «σ’ αγαπώ».
Δεν ξέρω ακριβώς γιατί. Ίσως γιατί μεγάλωσα πιστεύοντας πως η αγάπη φαίνεται περισσότερο απ’ όσο λέγεται. Ίσως γιατί αυτές οι δύο λέξεις, όταν τις νιώθω πραγματικά, μου φαίνονται πολύ μεγάλες για να τις λέω εύκολα.
Κι όμως, αγαπώ. Πολύ.
Αγαπώ μέσα από ένα «έφτασες;». Από ένα «έφαγες;». Από τον εκνευρισμό μου όταν δεν προσέχεις τον εαυτό σου. Από εκείνα τα τηλεφωνήματα που κάνω χωρίς να έχω κάτι συγκεκριμένο να πω. Από την ανάγκη μου να ξέρω ότι είσαι καλά, ακόμη κι όταν δεν σου λέω ποτέ πόσο σημαντικό είναι για μένα να είσαι.
Έχω έναν παράξενο τρόπο να αγαπώ.
Μπορεί να μη σου πω «μου έλειψες», αλλά θα ψάξω έναν λόγο να σου τηλεφωνήσω. Μπορεί να μη σου πω «σε χρειάζομαι», αλλά θα νιώσω την απουσία σου περισσότερο απ’ όσο θα παραδεχτώ. Μπορεί να μη σου πω «φοβάμαι μη σε χάσω», αλλά ίσως αυτός ο φόβος να κρύβεται πίσω από πολλά περισσότερα απ’ όσα αφήνω να φανούν.
Και καμιά φορά αναρωτιέμαι…
Αρκεί άραγε να αγαπάς κάποιον, αν ξεχνάς να του το λες;
Γιατί εμείς οι άνθρωποι έχουμε αυτή την παράξενη βεβαιότητα ότι οι δικοί μας άνθρωποι ξέρουν.
«Το ξέρει η μάνα μου».
«Το ξέρει το παιδί μου».
«Το ξέρει ο άνθρωπός μου».
«Το ξέρουν οι φίλοι μου».
Μα πώς το ξέρουν;
Επειδή είμαστε εκεί; Επειδή τους φροντίζουμε; Επειδή θυμώνουμε μαζί τους, ανησυχούμε γι’ αυτούς, τους μαλώνουμε όταν κάνουν κάτι που μπορεί να τους πληγώσει;
Ίσως και να το ξέρουν.
Αλλά μερικές φορές οι άνθρωποι χρειάζονται και να το ακούσουν.
Κι εγώ δεν το λέω συχνά.
Ίσως γιατί δεν είμαι καλή στις μεγάλες δηλώσεις. Ίσως γιατί η αγάπη, για μένα, κρύβεται πάντα στα μικρά. Στο να θυμάμαι κάτι που μου είπες πριν από μήνες. Στο να καταλαβαίνω από τη φωνή σου ότι κάτι δεν πάει καλά, ακόμη κι όταν μου λες πως είσαι μια χαρά. Στο να θέλω να σου δώσω το καλύτερο κομμάτι από κάτι χωρίς να το σκεφτώ. Στο να ξυπνώ μέσα στη νύχτα και να αναρωτιέμαι αν έφτασες σπίτι.
Εκεί βρίσκεται το δικό μου «σ’ αγαπώ».
Μόνο που όσο μεγαλώνω, αρχίζω να σκέφτομαι πως ίσως δεν πρέπει να αφήνουμε όλες τις σημαντικές λέξεις να κρύβονται πίσω από πράξεις.
Γιατί η ζωή έχει έναν δικό της τρόπο να μας θυμίζει ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο.
Οι άνθρωποι φεύγουν. Οι σχέσεις αλλάζουν. Οι αποστάσεις μεγαλώνουν. Οι ζωές μας παίρνουν διαφορετικούς δρόμους. Και κάποτε μπορεί να έρθει μια στιγμή που θα θέλαμε να είχαμε πει κάτι και δεν θα υπάρχει πια η ευκαιρία.
Και τότε όλα εκείνα τα «μα το ήξερε» ίσως να μη μας είναι αρκετά.
Δεν θέλω να φτάσω κάποτε να μετράω λέξεις που δεν είπα.
Δεν θέλω να σκέφτομαι ότι αγάπησα ανθρώπους πολύ και εκείνοι χρειάστηκε να το μαντεύουν.
Και κυρίως δεν θέλω οι άνθρωποί μου να φύγουν ποτέ από κοντά μου χωρίς να ξέρουν πόσο χώρο κατέχουν μέσα μου.
Δεν ξέρω αν από αύριο θα αρχίσω να λέω πιο συχνά «σ’ αγαπώ». Οι άνθρωποι δύσκολα αλλάζουμε τον τρόπο που μάθαμε να εκφραζόμαστε. Κι εγώ μάλλον θα συνεχίσω να αγαπώ μέσα από τα «έφαγες;», τα «πρόσεχε», τα «πάρε με όταν φτάσεις» και όλα εκείνα τα μικρά που για μένα σημαίνουν πολύ περισσότερα απ’ όσα ακούγονται.
Θα προσπαθήσω όμως να μην ξεχνώ και τις λέξεις.
Γιατί τελικά, όσο κι αν πιστεύουμε ότι οι άνθρωποί μας ξέρουν, κανείς δεν κουράστηκε ποτέ να ακούει ότι αγαπιέται.
Κι αν είσαι ένας από τους ανθρώπους μου και διαβάζεις αυτές τις γραμμές, ίσως κάπου εδώ να υπάρχει κάτι που δεν σου λέω όσο συχνά θα έπρεπε.
Σ’ αγαπώ.
Να. Το είπα.
της Σταυρούλας Μιλτιάδου



