Υπάρχουν άνθρωποι που, χωρίς δεύτερη σκέψη, σχολιάζουν το σώμα των άλλων σαν να είναι κάτι απλό. Σαν να είναι μια παρατήρηση χωρίς βάρος. Σαν να είναι μια κουβέντα που λέγεται και ξεχνιέται.
«Πάχυνες;»
«Έβαλες κιλά».
«Αδυνάτισες πολύ».
«Δεν σου πάει έτσι».
«Πρόσεχε λίγο».
Λόγια που ίσως εκείνος που τα λέει να τα θεωρεί αθώα. Ίσως να τα λέει από συνήθεια, από αφέλεια, ακόμη και δήθεν από ενδιαφέρον. Όμως για εκείνον που τα ακούει, μπορεί να μην είναι καθόλου αθώα.
Γιατί κανείς δεν ξέρει τι κουβαλά ο άλλος.
Δεν ξέρεις αν ένας άνθρωπος πάχυνε επειδή περνά άγχος, στενοχώρια, πίεση ή μια δύσκολη περίοδο. Δεν ξέρεις αν αδυνάτισε επειδή αρρώστησε, επειδή κουράστηκε, επειδή παλεύει με κάτι που δεν φαίνεται. Δεν ξέρεις αν παίρνει φάρμακα, αν έχει ορμονικές αλλαγές, αν αντιμετωπίζει κατάθλιψη, αν έχει χάσει τον ύπνο του, αν δίνει μια μάχη που δεν έχει μοιραστεί με κανέναν.
Δεν ξέρεις αν αυτό που εσύ σχολιάζεις μέσα σε τρία δευτερόλεπτα, εκείνος το σκέφτεται κάθε μέρα μπροστά στον καθρέφτη.
Το σώμα ενός ανθρώπου δεν είναι πρόσκληση για σχόλια. Δεν είναι θέμα κουβέντας σε μια έξοδο, σε μια συνάντηση, σε ένα τραπέζι ή σε μια τυχαία στιγμή. Δεν είναι ευγενικό να ξεκινάς την επαφή σου με κάποιον μιλώντας για τα κιλά του.
Μπορείς να πεις:
«Χαίρομαι που σε βλέπω».
«Πώς είσαι;»
«Τι κάνεις;»
«Πώς περνάς;»
Αυτές είναι κουβέντες που ανοίγουν χώρο. Που δείχνουν ενδιαφέρον. Που δεν πληγώνουν.
Γιατί το βάρος ενός ανθρώπου δεν λέει την ιστορία του. Δεν δείχνει τι πέρασε, τι αντέχει, τι προσπαθεί να αλλάξει, τι έχει αποδεχτεί, τι τον πονά ή τι τον δυσκολεύει. Βλέπουμε ένα σώμα, αλλά δεν βλέπουμε τη διαδρομή που κουβαλά.
Και ας είμαστε ειλικρινείς. Κανένας άνθρωπος δεν χρειάζεται να του θυμίσεις ότι πάχυνε ή αδυνάτισε. Το ξέρει. Το νιώθει. Το ζει. Δεν περιμένει από έναν γνωστό, έναν φίλο ή έναν συγγενή να του το ανακοινώσει σαν είδηση.
Η διακριτικότητα είναι μορφή σεβασμού.
Η ευγένεια είναι επιλογή.
Η σιωπή, κάποιες φορές, είναι καλοσύνη.
Πριν λοιπόν μιλήσουμε για το σώμα κάποιου, ας σκεφτούμε. Ας αναρωτηθούμε αν αυτό που πάμε να πούμε βοηθά πραγματικά. Αν στηρίζει. Αν δίνει αγάπη. Αν κάνει τον άλλον να νιώσει καλύτερα.
Αν όχι, καλύτερα να μη λεχθεί.
Γιατί ποτέ δεν ξέρουμε τι μάχη δίνει ο άνθρωπος απέναντί μας. Και πολλές φορές, το πιο ανθρώπινο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε είναι να τον κοιτάξουμε στα μάτια και να τον ρωτήσουμε απλώς:
«Πώς είσαι;»
της Σταυρούλας Μιλτιάδου



