Πως να ξανακτίσουμε την οικονομία μας μετά τον Covid-19 [του Γρηγόρη Π. Φιλίππου]

Βρισκόμαστε εν μέσω μιας ιστορικής πανδημίας η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε οικονομική κρίση όμοια ή και χειρότερη από αυτή του 2013 ή του 1974. Στο επίκεντρο της παγκόσμιας ανησυχίας βρίσκονται φόβοι για την προσφορά, την ζήτηση και τις θέσεις εργασίας, οι οποίες χάνονται με πρωτόγνωρους ρυθμούς.

Στην Κύπρο η Κυβέρνηση έδρασε γρήγορα και θαρραλέα σε 2 κύριους άξονες, την στήριξη των επιχειρήσεων με επιδόματα στους εργαζομένους και την αναστολή πληρωμής τραπεζικών δόσεων, οι οποίες κινήσεις φαίνεται να έχουν μετριάσει την ανησυχία. Ωστόσο ούτε η κρατική στήριξη μπορεί να συνεχιστεί για πάντα, ούτε και τα κίνητρα που δόθηκαν σε τράπεζες για φτηνό δανεισμό φαίνονται επαρκή για να διορθώσουν την ζημιά σε μια οικονομία που βασίζεται σε ξένες επενδύσεις.

Δεν είναι μυστικό ότι η οικονομία μας στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στον τουρισμό, τις επενδύσεις σε ακίνητα και τις κατασκευές και στον τομέα των υπηρεσιών. Οι δύο πρώτοι τομείς έχουν ήδη επηρεαστεί από τους περιορισμούς πτήσεων και θα επηρεαστούν και άλλο σε ενδεχόμενη χρεοκοπία αεροπορικών εταιρειών. Ο δε τομέας των υπηρεσιών, ο οποίος ήδη αντιμετώπιζε ένα δυσλειτουργικό τραπεζικό σύστημα, πρέπει πλέον να ξεπεράσει και τις δυσμενείς επιπτώσεις από τις αλλαγές στην διμερή συμφωνία περί αποφυγής διπλής φορολογίας Κύπρου-Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Η λύση δεν είναι εύκολη. Παρόλο που αρκετοί οργανισμοί έχουν καταθέσει τις προτάσεις τους, ενδεχομένως να απαιτείται η δημιουργία μιας εξειδικευμένης επιτροπής με οικονομολόγους και επιχειρηματίες κύρους για να δημιουργήσουν ένα στρατηγικό πλάνο. Η επείγουσα φύση των απαραίτητων μέτρων συνιστά η ίδια μεγάλο κίνδυνο να πάρουμε βεβιασμένες αποφάσεις χωρίς να λάβουμε υπόψη βραχυπρόθεσμους, μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους. Παρόλο που η λήψη γρήγορων αποφάσεων είναι σίγουρα εξαιρετικά σημαντική, ο Covid-19 μπορεί να αποτελέσει μια ευκαιρία να κτίσουμε ένα καλύτερο μέλλον και να προβούμε σε απαραίτητες αλλαγές τις οποίες ανέκαθεν καθυστερούσαμε.

Όσον αφορά τις βραχυπρόθεσμες κινήσεις, πιστεύω (και έχω παραθέσει τις προτάσεις μου στο ΕΒΕ Πάφου) ότι ο πρωταρχικός στόχος πρέπει να είναι η αύξηση των ξένων επενδύσεων και η διευκόλυνση στην κυκλοφορία χρήματος. Σε αυτή την βάση θα μπορούσαν να προωθηθούν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: (1) η έκδοση των πολεοδομικών αδειών, αδειών οικοδομής, αδειών για πάρκα ανανεώσιμης ενέργειας και άλλων αδειών και εγκρίσεων στο μεταναστευτικό (όπως φαίνεται ότι πράττει ήδη η Κυβέρνηση) (2) να δοθούν κίνητρα επενδύσεως σε ανανεώσιμη ενέργεια, τεχνολογία και τον κατασκευαστικό τομέα (όπως να δοθεί συντελεστής δόμησης σε αγροτική γη, κίνητρα μέσω μεταναστευτικών πολιτικών) (3) να δοθούν κίνητρα διατήρησης των υπαλλήλων σε επιχειρήσεις μετά τον Ιούνιο (μια ενδιαφέρουσα πρόταση από μέλος του ΔΣ του ΕΒΕ Πάφου είναι να δοθεί ως έξοδο το 150% του μισθού ενός υπαλλήλου) και (4) να διορθωθούν οι υπέρμετρα αργοί, ακριβοί και σε πολλές περιπτώσεις αχρείαστοι τραπεζικοί ελέγχοι που προκαλούν τεράστια ζημιά στην οικονομία μας.

Ο τραπεζικός τομέας είναι μια ανοικτή πληγή. Οι υπέρμετρα αργές και «επίπονες» διαδικασίες ελέγχου για αποφυγή ξεπλύματος παράνομου χρήματος αποθαρρύνουν σημαντικό αριθμό επενδυτών, σε μια χώρα που βασίζεται σε ξένες επενδύσεις. Ακόμα και οι επενδυτές που υπομένουν τους τραπεζικούς ελέγχους, οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις παίρνουν μήνες για να ολοκληρωθούν, πληρώνουν παράλογα τραπεζικά έξοδα για αυτό. Και δεν είναι μόνο το κόστος. Προσθέτουμε δυσκολία σε αρκετούς επενδυτές οι οποίοι ήδη έχουν δυσκολία να βγάλουν τα χρήματα τους από την χώρα τους για επενδύσεις στους τομείς που προσφέρει η Κύπρος (π.χ. Κίνα).

Μια γρήγορη (αν και όχι ολοκληρωτική) λύση που όμως χρειάζεται γενναίες αποφάσεις είναι η αποφυγή διπλών τραπεζικών ελέγχων όταν τα χρήματα μεταφέρονται από μια Κυπριακή τράπεζα σε άλλη. Όταν δε τα χρήματα μεταφέρονται σε Κυπριακή Τράπεζα από ευρωπαϊκή τράπεζα στην οποία έχουν ήδη γίνει οι ελέγχοι, αν όχι καθόλου, πρέπει να γίνονται μόνο οι ελάχιστοι απαραίτητοι ελέγχοι. Εξάλλου οι διπλοί ελέγχοι από διαφορετικές τράπεζες εντός της ΕΕ συγκρούονται ως θέμα αρχής με την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίου.

Μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, ο Covid-19 μπορεί να αποτελέσει μια μοναδική ευκαιρία να μεταμορφώσουμε την οικονομία μας. Μπορούμε να κτίσουμε τους πυλώνες της οικονομίας για τα επόμενα χρόνια όπως κάναμε κάποτε με τον τομέα των υπηρεσιών και των ακινήτων. Πιθανόν να πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα σε τεχνολογία, ανανεώσιμη ενέργεια και μοντέρνα κέντρα επίλυσης διεθνών διαφορών. Όποια και να είναι η κατεύθυνση, πρέπει επιτέλους να στηρίξουμε τις επιχειρήσεις και την διαφάνεια με την επίσπευση της ψηφιακής αναβάθμισης του δημόσιου τομέα ξεκινώντας από σημεία κλειδί όπως το Κτηματολόγιο, την Πολεοδομία, τον Έφορο Εταιρειών και την γρήγορη αναδιάρθρωση των Δικαστηρίων.

Η οικονομία μας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ξένες επενδύσεις και πρέπει να πάρουμε τα απαραίτητα μέτρα ώστε να τις ενθαρρύνουμε και να τις διευκολύνουμε. Πέραν από επενδυτικά κίνητρα, κίνητρα διατήρησης υπαλλήλων και γρηγορότερες κυβερνητικές διαδικασίες πρέπει και να διορθώσουμε τον τραπεζικό τομέα. Ωστόσο, πάνω απ’ όλα χρειάζεται το όραμα να μετατρέψουμε τον κορονωϊό σε ευκαιρία να κτίσουμε ένα καλύτερο μέλλον με αποφασιστικές κινήσεις βασισμένες σε στρατηγικό πλάνο εκπονημένο από τους κατάλληλους ανθρώπους.

Ο Γρηγόρης Φιλίππου είναι δικηγόρος στην εταιρεία Πολύκαρπος Φιλίππου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (www.philippoulaw.com) μέλος του ΔΣ του ΕΒΕ Πάφου και της επιτροπής ακινήτων του ΚΕΒΕ.