Ο ανθρώπινος «κανιβαλισμός» – Όταν κάποιοι τρέφονται από τη δυστυχία των άλλων

0
2

Υπάρχει ένα είδος ανθρώπινης συμπεριφοράς που δεν φαίνεται πάντα με την πρώτη ματιά. Δεν κάνει θόρυβο, δεν φοράει ταμπέλα, δεν παρουσιάζεται ως κακία. Συχνά κρύβεται πίσω από «ενδιαφέρον», πίσω από «άποψη», πίσω από «εγώ απλώς λέω την αλήθεια».

Είναι ο ανθρώπινος «κανιβαλισμός». Όχι με την κυριολεκτική έννοια της ανθρωποφαγίας, αλλά με την πιο σκληρή κοινωνική της μορφή, την τάση κάποιων ανθρώπων να τρέφονται από τα προβλήματα, τις πτώσεις, τα λάθη, τις αδυναμίες και τη δυστυχία των άλλων.

Είναι εκείνοι που δεν ασχολούνται με τη δική τους ζωή, αλλά παρακολουθούν με εμμονή τη ζωή των άλλων. Περιμένουν ένα στραβοπάτημα, μια δύσκολη στιγμή, μια προσωπική κρίση, ένα λάθος, για να νιώσουν ανώτεροι. Δεν χαίρονται με τη χαρά του άλλου. Αντιθέτως, συχνά ενοχλούνται από αυτήν. Όμως στη δυσκολία του άλλου, ξαφνικά αποκτούν λόγο, άποψη, κριτική και δήθεν σοφία.

Κρίνουν χωρίς να γνωρίζουν. Βγάζουν συμπεράσματα χωρίς να έχουν ζήσει την ιστορία. Μιλούν για ανθρώπους που δεν ξέρουν πραγματικά, για καταστάσεις που δεν έζησαν, για πληγές που δεν είδαν, για αγώνες που δεν αντιλήφθηκαν ποτέ.

Και το χειρότερο; Πολλές φορές το κάνουν με μια περίεργη ικανοποίηση. Σαν να επιβεβαιώνεται κάτι μέσα τους. Σαν η δυστυχία του άλλου να τους ανακουφίζει από τη δική τους ανεπάρκεια.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Ίσως γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν έμαθαν ποτέ να κοιτούν μέσα τους. Είναι πιο εύκολο να δείχνεις με το δάχτυλο κάποιον άλλον, παρά να σταθείς απέναντι στον εαυτό σου. Είναι πιο εύκολο να σχολιάζεις τη ζωή των άλλων, παρά να διορθώνεις τη δική σου. Είναι πιο εύκολο να γίνεσαι αυστηρός κριτής, παρά να παραδεχθείς ότι και εσύ κουβαλάς αδυναμίες, φόβους, ανασφάλειες και λάθη.

Ο άνθρωπος που έχει εσωτερική ισορροπία δεν χαίρεται με τον πόνο του άλλου. Δεν χρειάζεται να μικρύνει κανέναν για να νιώσει μεγάλος. Δεν αναζητά την πτώση του άλλου για να σταθεί ο ίδιος πιο ψηλά.

Το ερώτημα, όμως, είναι πρακτικό, πώς διαχειριζόμαστε αυτούς τους ανθρώπους;

Τους αγνοούμε ή τους απαντάμε;

Η απάντηση δεν είναι πάντα ίδια. Υπάρχουν στιγμές που η σιωπή είναι η πιο δυνατή απάντηση. Όχι γιατί δεν έχουμε τι να πούμε, αλλά γιατί δεν αξίζει να ξοδέψουμε την ψυχή μας σε ανθρώπους που έχουν ήδη αποφασίσει τι θέλουν να πιστεύουν.

Δεν χρειάζεται να απολογούμαστε σε όλους. Δεν χρειάζεται να εξηγούμε την κάθε μας πράξη σε ανθρώπους που δεν ενδιαφέρονται να καταλάβουν, αλλά μόνο να καταδικάσουν. Δεν χρειάζεται να ανοίγουμε την καρδιά μας σε όσους ψάχνουν υλικό για σχόλιο και όχι αλήθεια.

Η σιωπή, σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν είναι αδυναμία. Είναι προστασία. Είναι αξιοπρέπεια. Είναι τρόπος να πεις «Δεν θα με τραβήξεις στο επίπεδό σου».

Υπάρχουν, όμως, και στιγμές που χρειάζεται απάντηση. Όχι απάντηση γεμάτη θυμό, όχι επίθεση, όχι εκδίκηση. Αλλά ένα καθαρό όριο.

«Δεν γνωρίζεις την ιστορία μου για να την κρίνεις».
«Δεν σου επιτρέπω να μιλάς έτσι για μένα».
«Η ζωή μου δεν είναι θέμα για σχολιασμό».
«Αν δεν έχεις κάτι ανθρώπινο να πεις, καλύτερα να σωπάσεις».

Μερικές φορές οι άνθρωποι δεν σταματούν επειδή τους αγνοούμε. Σταματούν όταν καταλάβουν ότι δεν έχουν πρόσβαση εκεί που θέλουν, στην ηρεμία μας.

Το σημαντικό είναι να μην επιτρέψουμε στον ανθρώπινο «κανιβαλισμό» να μας κάνει ίδιους. Να μην απαντήσουμε στην κακία με κακία. Να μην αφήσουμε την τοξικότητα των άλλων να μολύνει τη δική μας ψυχή. Γιατί τότε έχουν πετύχει τον σκοπό τους: μας έχουν τραβήξει στο δικό τους σκοτάδι.

Η καλύτερη απάντηση πολλές φορές είναι να συνεχίζεις. Να ζεις. Να στέκεσαι. Να θεραπεύεσαι. Να προστατεύεις τον εαυτό σου. Να κρατάς κοντά σου ανθρώπους που σε βλέπουν με κατανόηση και όχι με δίψα για κριτική.

Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι για να τους πείσουμε. Δεν είναι όλοι για να μας καταλάβουν. Δεν είναι όλοι για να έχουν θέση στη ζωή μας.

Κάποιοι πρέπει απλώς να μείνουν εκεί που ανήκουν, στην απόσταση.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, δεν μας καθορίζει τι λένε οι άλλοι για εμάς. Μας καθορίζει το πώς επιλέγουμε εμείς να σταθούμε απέναντι σε όσα λένε.

Και απέναντι στον ανθρώπινο «κανιβαλισμό», η πιο γενναία στάση είναι αυτή,
να μην αφήσουμε κανέναν να μας καταβροχθίσει την ψυχή.

της Σταυρούλας Μιλτιάδου