Ζούμε σε μια εποχή όπου η πληροφορία τρέχει πιο γρήγορα από τη σκέψη και η κρίση έρχεται πριν ακόμη εμφανιστεί η αλήθεια. Ένα γεγονός, μια είδηση, ένα πρόσωπο αρκεί για να ξεκινήσει ένας ιδιότυπος δημόσιος «λιθοβολισμός». Όχι στις πλατείες όπως παλιά, αλλά πίσω από οθόνες, μέσα από πληκτρολόγια.
Και εκεί συμβαίνει κάτι παράξενο. Άνθρωποι που δεν γνωρίζουν, που δεν έζησαν, που δεν άκουσαν και δεν είδαν, αποκτούν βεβαιότητα. Αποφασίζουν. Κρίνουν. Καταδικάζουν.
Δεν είναι η άποψη που πληγώνει περισσότερο. Είναι η απόλαυση.
Υπάρχει μια σκοτεινή ευχαρίστηση όταν βλέπουμε κάποιον να πέφτει. Όταν κάποιος εκτίθεται, όταν τα λάθη του γίνονται θέαμα, όταν η ζωή του διαλύεται δημόσια. Σαν να νιώθουμε για λίγο καλύτεροι, πιο σωστοί, πιο «καθαροί».
Όμως η αλήθεια είναι άλλη.
Κανείς δεν γνωρίζει τι κουβαλά ένας άνθρωπος μέσα του. Κανείς δεν ξέρει τις συνθήκες, τα λάθη, τις στιγμές αδυναμίας. Και σχεδόν ποτέ δεν τιμωρείται μόνο αυτός. Μαζί του πληρώνουν οι γονείς του, τα παιδιά του, οι άνθρωποι που τον αγαπούν και δεν έφταιξαν σε τίποτα.
Η δημόσια κατακραυγή δεν σταματά στον «ένοχο». Ακουμπά αθώους.
Κι εκεί γεννιέται το ερώτημα:
Σε τι διαφέρουμε τελικά από εκείνον που κατηγορούμε, όταν τρεφόμαστε από την πτώση του;
Η δικαιοσύνη είναι ανάγκη. Η ευθύνη επίσης. Αλλά άλλο η ευθύνη και άλλο η ανθρωποφαγία. Άλλο η κρίση και άλλο η χαρά για την καταστροφή του άλλου.
Γιατί όταν ο πόνος του άλλου γίνεται ψυχαγωγία, κάτι μέσα μας έχει χαθεί.
Δεν σημαίνει ότι πρέπει να δικαιολογούμε τα πάντα. Σημαίνει όμως ότι δεν πρέπει να χάνουμε τη μνήμη ότι απέναντί μας υπάρχει άνθρωπος. Με λάθη, με αδυναμίες, με οικογένεια, με καρδιά που πονά όπως και η δική μας.
Ίσως τελικά ο πραγματικός πολιτισμός να μην φαίνεται στο πόσο αυστηρά κρίνουμε, αλλά στο πόσο ανθρώπινα στεκόμαστε ακόμη και απέναντι σε εκείνον που έπεσε.
Γιατί η κοινωνία δεν φαίνεται όταν κάποιος πετυχαίνει. Φαίνεται όταν κάποιος αποτυγχάνει.
Και τότε αποκαλύπτεται όχι ποιος είναι εκείνος αλλά ποιοι είμαστε εμείς.
της Σταυρούλας Μιλτιάδου



