Υπάρχει μια σιωπηλή στιγμή μετά την καταιγίδα. Ο ουρανός ακόμη στάζει, οι δρόμοι κρατούν τη μνήμη του νερού και ο αέρας μυρίζει καθαρότητα. Και τότε εμφανίζεται ο ήλιος. Όχι επιθετικός, όχι εκτυφλωτικός. Αλλά ζεστός. Γλυκός. Σαν αγκαλιά.
Είναι εκείνος ο ήλιος που δεν ζητά τίποτα. Δεν βιάζεται. Απλώς απλώνεται πάνω μας και μας θυμίζει ότι όλα περνούν. Ότι ακόμη και οι πιο έντονες καταιγίδες αφήνουν χώρο στο φως.
Η ζωή μοιάζει πολύ με αυτό το πέρασμα. Υπάρχουν μέρες βαριές, γεμάτες θόρυβο, αγωνία και φόβο. Στιγμές που νιώθουμε ότι ο ουρανός άνοιξε πάνω από το κεφάλι μας και όλα ξεπλύθηκαν βίαια. Κι όμως, μετά από αυτές τις στιγμές, έρχεται συχνά κάτι απλό: μια ανάσα, ένα χαμόγελο, μια σκέψη, ένας ήλιος που μας ζεσταίνει ξανά.
Αυτός ο ήλιος δεν αναιρεί την καταιγίδα που προηγήθηκε. Την αποδέχεται. Την αφήνει πίσω. Και μας επιτρέπει να στεγνώσουμε σιγά-σιγά, χωρίς ενοχές, χωρίς βιασύνη.
Ίσως τελικά εκεί να κρύβεται η δύναμη. Όχι στο να μη βρέχει ποτέ, αλλά στο να μπορούμε να νιώθουμε τη ζεστασιά όταν ο ήλιος επιστρέφει. Να στεκόμαστε λίγο ακίνητοι και να τον αφήνουμε να μας αγκαλιάσει.
Γιατί αυτός ο ήλιος, μετά την καταιγίδα, δεν φωτίζει μόνο τον ουρανό. Φωτίζει κι εμάς.
Σταυρούλα Μιλτιάδου



