Τον τελευταίο καιρό παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου και έχω όλο και πιο έντονα την αίσθηση πως είμαστε όλοι λίγο χαμένοι στη μετάφραση.
Βρισκόμαστε στον ίδιο δρόμο, στον ίδιο χώρο, στην ίδια πόλη, αλλά μοιάζει σαν να μην επικοινωνούμε πραγματικά.
Οι άνθρωποι περπατούν αφηρημένοι. Διασταυρώνουν χωρίς να κοιτάζουν. Κινούνται βιαστικά, μηχανικά, σαν το σώμα να βρίσκεται εδώ αλλά το μυαλό κάπου αλλού. Υπάρχει μια παράξενη άγνοια κινδύνου, μια έλλειψη επαφής με τη στιγμή και με όσα συμβαίνουν γύρω μας.
Και στα πρόσωπα βλέπεις κάτι κοινό.
Σκυθρωπά βλέμματα. Κούραση. Απόσταση. Μια βιασύνη να τελειώσει η επαφή πριν ακόμη αρχίσει. Οι άνθρωποι γίνονται απότομοι για το παραμικρό, απαντούν πριν ακούσουν, θυμώνουν πριν καταλάβουν.
Σαν να μιλά ο ένας και να ακούει κάτι εντελώς διαφορετικό ο άλλος.
Σαν να μεταφράζουμε συνεχώς λάθος τις προθέσεις, τις λέξεις, ακόμη και τις σιωπές.
Ένα ουδέτερο βλέμμα εκλαμβάνεται ως πρόκληση. Μια παρατήρηση ως επίθεση. Μια καθυστέρηση ως προσβολή. Μια διαφορετική άποψη ως εχθρική στάση.
Και κάπως έτσι, μικρά και ασήμαντα περιστατικά γεμίζουν ένταση.
Ίσως γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ήδη φορτωμένοι. Με άγχος, οικονομική πίεση, προσωπικά προβλήματα, φόβο, αβεβαιότητα και αμέτρητες σκέψεις που δεν τους αφήνουν να είναι πραγματικά παρόντες.
Ίσως γι’ αυτό δεν κοιτάζουν τον δρόμο πριν διασταυρώσουν.
Ίσως γι’ αυτό δεν κοιτάζουν ούτε τον άνθρωπο απέναντί τους.
Ζούμε σε μια εποχή υπερβολικής επικοινωνίας και, την ίδια στιγμή, βαθιάς ασυνεννοησίας. Στέλνουμε μηνύματα, σχολιάζουμε, απαντούμε, μιλάμε ασταμάτητα, όμως όλο και λιγότερο ακούμε.
Και όταν δεν ακούμε, όλα χάνονται στη μετάφραση.
Χάνεται η πρόθεση.
Χάνεται η ευγένεια.
Χάνεται η υπομονή.
Και πολλές φορές χάνεται ακόμη και η αίσθηση του κινδύνου.
Το να κινείται κανείς στον δρόμο χωρίς προσοχή δεν είναι απλώς αφηρημάδα. Μπορεί να γίνει μοιραίο. Όπως και η συνεχής ένταση στις ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι απλώς «ένας δύσκολος χαρακτήρας». Είναι ένα βάρος που περνά από τον έναν στον άλλον και κάνει την καθημερινότητά μας πιο σκληρή.
Δεν ξέρω αν οι άνθρωποι έγιναν πιο ψυχροί ή αν απλώς κουράστηκαν τόσο πολύ, που δεν τους έμεινε χώρος για τους άλλους.
Ξέρω, όμως, πως χρειαζόμαστε να σηκώσουμε ξανά το βλέμμα.
Να κοιτάζουμε πριν διασταυρώσουμε.
Να ακούμε πριν απαντήσουμε.
Να σκεφτόμαστε πριν αντιδράσουμε.
Να θυμόμαστε πως ο άνθρωπος απέναντί μας ίσως δεν είναι αγενής, αδιάφορος ή εχθρικός. Ίσως είναι απλώς χαμένος κι εκείνος μέσα στις δικές του σκέψεις.
Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να συνηθίσουμε την απροσεξία, την απότομη συμπεριφορά και τη μόνιμη ένταση.
Σημαίνει μόνο ότι χρειάζεται περισσότερη συνείδηση.
Περισσότερη παρουσία.
Και λίγη περισσότερη ανθρωπιά.
Γιατί τελικά μπορεί να μη μιλάμε διαφορετική γλώσσα.
Μπορεί απλώς να έχουμε ξεχάσει πώς να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον.
Άνθρωποι χαμένοι στη μετάφραση.
Χαμένοι μέσα στις σκέψεις, στους φόβους και στη βιασύνη τους.
Και ίσως το πρώτο βήμα για να ξαναβρεθούμε να είναι πολύ απλό:
Να σταματήσουμε για λίγο και να κοιτάξουμε πραγματικά γύρω μας.
της Σταυρούλας Μιλτιάδου



