Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση Βρετανού πολίτη για χορήγηση άδειας καταχώρισης νέας αίτησης αναθεώρησης, βάζοντας οριστικό τέλος σε πολυετή δικαστική διαμάχη με υπήκοο Κίνας, η οποία αφορούσε διεκδίκηση ποσού €920.000 που, σύμφωνα με τον ίδιο, η πρώην σύντροφός του απέσπασε με δόλο, ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτη επιρροή.
Η υπόθεση ξεκίνησε το 2014, όταν ο Βρετανός κατέθεσε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, αποζημίωση €920.000, υποστηρίζοντας ότι η εναγόμενη είχε ωφεληθεί αδικαιολόγητα από χρήματα που της είχαν μεταφερθεί. Το 2016 εκδόθηκε απόφαση υπέρ του, λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης από την εναγόμενη, με την οποία διατάχθηκε η επιστροφή των χρημάτων, επιδικάστηκε το ποσό των €920.000 με τόκους και έξοδα, ενώ το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι τα χρήματα στον τραπεζικό λογαριασμό της ανήκαν στον ενάγοντα.
Η εναγόμενη αμφισβήτησε αργότερα την απόφαση, πετυχαίνοντας αρχικά τον παραμερισμό της, με το πρωτόδικο Δικαστήριο να κρίνει ότι η επίδοση της αγωγής δεν είχε γίνει νόμιμα. Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή ανατράπηκε από το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η επίδοση ήταν έγκυρη και διέταξε νέα εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού.
Στο μεταξύ, όμως, η υπόθεση είχε λάβει διαφορετική τροπή. Το 2023 το Επαρχιακό Δικαστήριο έκανε δεκτές προδικαστικές ενστάσεις της εναγόμενης και διέγραψε τις βασικές αξιώσεις της αγωγής, κρίνοντας ότι ο ενάγων δεν είχε αγώγιμο δικαίωμα να διεκδικήσει προσωπικά τα επίδικα ποσά, αφού τα εμβάσματα είχαν πραγματοποιηθεί από εταιρείες και όχι από τον ίδιο. Η συγκεκριμένη απόφαση ουδέποτε εφεσιβλήθηκε και κατέστη τελεσίδικη.
Αργότερα, το Εφετείο, εξετάζοντας νέα έφεση, διαπίστωσε ότι, παρά την καθυστέρηση της εναγόμενης να ζητήσει παραμερισμό της αρχικής απόφασης, υπήρχε συζητήσιμη υπεράσπιση και ότι, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης, η απόφαση του 2016 έπρεπε να παραμεριστεί. Παράλληλα επισήμανε ότι η ενδιάμεση απόφαση του 2023, με την οποία είχαν ήδη διαγραφεί οι βασικές αξιώσεις της αγωγής, ήταν πλέον δεσμευτική, με αποτέλεσμα να μην απομένει οποιοδήποτε αντικείμενο προς εκδίκαση.
Ο Βρετανός προσέφυγε στη συνέχεια στο Ανώτατο Δικαστήριο, ζητώντας άδεια για νέα διαδικασία, προβάλλοντας τέσσερα νομικά ζητήματα που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την εφετειακή παρέμβαση, την καθυστέρηση της εναγόμενης, την αιτιολογία της απόφασης και τις έννομες συνέπειες του παραμερισμού της αρχικής απόφασης.
Το Ανώτατο απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς, κρίνοντας ότι το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό αποφάσεων και έλαβε υπόψη τις εξαιρετικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Τόνισε ακόμη ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει ως «Εφετείο του Εφετείου» και ότι δεν υπήρχε λόγος να χορηγηθεί άδεια για νέα διαδικασία.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο γεγονός ότι ο ίδιος ο αιτητής δεν είχε ποτέ εφεσιβάλει την καθοριστική ενδιάμεση απόφαση του 2023, η οποία διέγραψε τις ουσιαστικές αξιώσεις της αγωγής. Το Ανώτατο επισήμανε ότι αποφάσεις που δεν προσβάλλονται ή δεν ανατρέπονται παραμένουν δεσμευτικές, γεγονός που σήμαινε ότι δεν υπήρχε πλέον οποιαδήποτε αξίωση προς εκδίκαση.
Ως εκ τούτου, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και επιδίκασε υπέρ της καθ’ ης η αίτηση δικαστικά έξοδα ύψους €2.000 πλέον ΦΠΑ, όπου αυτός επιβάλλεται.




