Κανένα έρεισμα για ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης με την οποία 27χρονος από την Πάφο κρίθηκε ένοχος για βιασμό νεαρής Ολλανδής, η οποία βρισκόταν στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας, δεν εντόπισε το Εφετείο. Ούτε και συμφώνησε με τη θέση του καταδικασθέντος ότι η ποινή φυλάκισης των 6½ χρόνων ήταν έκδηλα υπερβολική ώστε να δικαιολογεί παρέμβαση του Εφετείου το οποίο επικύρωσε την απόφαση του Κακουργιοδικείου στο σύνολό της.

Όπως αναφέρει ρεπορτάζ  του Γιάννη Νεάρχου στον “Φιλελεύθερο”, σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, η παραπονούμενη, τα ξημερώματα της 4ης Οκτωβρίου του 2015,  μετά από νυχτερινή έξοδο, επέστρεφε πεζή στο διαμέρισμα όπου διέμενε.

KORANTINA HOMES

Σε κάποιο σημείο της διαδρομής, στη λεωφόρο Ποσειδώνος, στην Κάτω Πάφο, την εντόπισε ο 27χρονος ο οποίος οδηγούσε μοτοποδήλατο και προσφέρθηκε να τη μεταφέρει στο σπίτι της. Αντ’ αυτού την οδήγησε σε άλλη περιοχή όπου, διά της βίας και απειλών, ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της.

Μάλιστα, όταν η παραπονούμενη ούρλιαζε, ο καταδικασθείς την απείλησε ότι, αν δεν σταματούσε, θα τη σκότωνε. Αρχικά, ο 27χρονος αρνείτο ότι είχε οποιαδήποτε σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη, φτάνοντας μάλιστα σε σημείο να προβάλει τον ισχυρισμό ότι δεν τη γνώριζε καν.

Ωστόσο, αργότερα, όταν ήρθαν στην επιφάνεια τα αποτελέσματα εξετάσεων DNA, άλλαξε την εκδοχή του, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι είχε όντως σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη Ολλανδή, αλλά αυτό έγινε με τη συναίνεση της παραπονούμενης.

Το Εφετείο έκρινε πως δεν υπήρχε περιθώριο ανατροπής της καταδικαστικής απόφασης, συμφωνώντας με την προσέγγιση του Κακουργιοδικείου ότι πέραν από την αξιόπιστη μαρτυρία της παραπονούμενης υπήρχε και ενισχυτική μαρτυρία όπως το ενσυνείδητο ψέμα του κατηγορούμενου ότι δήθεν δεν γνώριζε καν την παραπονούμενη, καθώς και τα αδιαμφισβήτητα επιστημονικά ευρήματα, ήτοι το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου στο σώμα της παραπονούμενης.

Σε ό,τι αφορά το ύψος της ποινής το Εφετείο υπέδειξε ότι «ο βιασμός στρέφεται κατά της γενετήσιας ελευθερίας και προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια και προσωπικότητα του θύματος. Τέτοιας φύσεως δε εγκλήματα παρουσιάζονται με απαράδεκτα μεγάλη συχνότητα, ώστε ο παράγοντας της αποτροπής να προβάλλει ως ιδιαίτερα σημαντικός.

Πέραν τούτου, ο εφεσείοντας είχε κάθε δικαίωμα να επιμένει στην αθωότητά του και η στάση του αυτή δεν μπορεί να προσμετρήσει επιβαρυντικά. Όμως η έμπρακτη μεταμέλεια θα μπορούσε να ελαφρύνει τη θέση του, εφόσον μάλιστα θα είχε ως αποτέλεσμα να μην υποβληθεί το θύμα σε μια δεύτερη δοκιμασία».

Υπό αυτά τα δεδομένα, και η έφεση κατά της ποινής απορρίφθηκε.