Ποιος μπορεί να γίνει παιδαγωγός

0
311
ης Λουίζας Πιερίδου 

 Εκπαιδευτικος με μεταπτυχιακο τιτλο στην εκπαιδευτικη ψυχολογια 

«Όλα τα δάκρυα είναι αλμυρά. Όποιος το κατανοεί, μπορεί να ασκεί αγωγή, όποιος δεν το συναισθάνεται, δεν μπορεί» (Korczak, 1979). Στο διήγημά του ο  Janus Korczak παρουσιάζει τη γνώμη του για τα χαρακτηριστικά που πρέπει να διακρίνουν έναν παιδαγωγό. Μέσα από το διήγημα φαίνεται η αγωνία του ανθρώπου να βρει κάποιον που θα τον αφουγκραστεί πραγματικά, θα κατανοήσει τα συναισθήματά του, θα τον βοηθήσει και θα του δείξει εμπιστοσύνη. Τα παιδιά έχουν τις βαθιές εσωτερικές ανάγκες να νιώσουν ότι, δάσκαλοι και γονείς, κατανοούν τις πράξεις και τις σκέψεις τους, εμπιστεύονται τις ικανότητές τους και ενδιαφέρονται για τα συναισθήματά τους.

Εκπαιδευτικοί και γονείς οφείλουν να έχουν αναπτυγμένη την ικανότητα της ενσυναίσθησης και να κατανοούν ότι κάθε παιδί έχει τη δική του προσωπικότητα την οποία πρέπει να αποδέχονται και να κατανοούν όπως τον εαυτό τους. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να μην υποβαθμίζουν τα προβλήματα των παιδιών, να τα αφουγκράζονται, να τα αντιμετωπίζουν ως «αλμυρά δάκρυα» και να γίνονται αρωγοί και συμπαραστάτες. Ο εκπαιδευτικός που αφουγκράζεται τους μαθητές του μέσα και έξω από την τάξη και προσπαθεί να τους συμπαρασταθεί στα προβλήματα τους, γίνεται παιδαγωγός και κερδίζει την εμπιστοσύνη και την αγάπη των παιδιών.

Όπως ο ενήλικας έχει ανάγκη να τον αποδέχονται και να τον αναγνωρίζουν οι άλλοι έτσι και τα παιδιά έχουν πολύ περισσότερο την ανάγκη να τα δεχτούμε όπως είναι χωρίς να τα πιέζουμε να γίνουν αυτό που εμείς οραματιζόμαστε γι αυτά. Σημαντικό είναι να πιστέψουν στις δυνάμεις τους, στις ικανότητές τους, τις θετικές πλευρές τους, ν’ αναγνωρίσουν και ν’ αποδεχτούν τις αδυναμίες τους καθώς και τις αποτυχίες τους που είναι μέρος της ζωής τους.

Ο εκπαιδευτικός- παιδαγωγός οφείλει να αποδίδει ίση σημασία στα συναισθηματικά ενδιαφέροντα των παιδιών και στην οργάνωση και παρουσίαση των αντικειμένων μάθησης. Αν το υλικό που χρησιμοποιεί στην τάξη δεν έχει προσωπική αξία για τους μαθητές, οι πιθανότητες για ουσιαστική μάθηση είναι μηδαμινές. Μεγαλύτερη σημασία πρέπει να αποδίδει στην προώθηση της αυτοεκτίμησης, την καλλιέργεια των διαπροσωπικών σχέσεων και γενικότερα του συναισθηματικού κόσμου των παιδιών. Τα παραδοσιακά σχολεία εστιάζουν περισσότερο στις μεθόδους διδασκαλίας και λιγότερο στη σχέση μεταξύ εκπαιδευτικού μαθητή. Σημαντικό είναι ο ίδιος ο μαθητής να βρίσκεται σ’ ένα κατάλληλο περιβάλλον στο οποίο θα εκφράζεται ελεύθερα, αυθόρμητα και χωρίς φόβο, για να κατακτήσει ο ίδιος τη γνώση.

Απαραίτητο συστατικό στην παιδαγωγική πράξη είναι η επικοινωνία παιδαγωγού- μαθητή. Φυσικά ελευθερία λόγου και απόψεων, δε σημαίνει ότι τα παιδιά θα πρέπει μένουν εντελώς «ακαθοδήγητα» γιατί έτσι θα οδηγηθούν στον αρνητισμό και σε μια συγχυσμένη  προσωπικότητα η οποία θα αντανακλά τη δική μας σύγχυση. Τα πρότυπα και οι αξίες που θα διαμορφώσουν την προσωπικότητα των παιδιών είναι ευθύνη και καθήκον της «ώριμης γενιάς».

Πολλές φορές, φωναχτά ή και αθόρυβα, τα παιδιά μας φωνάζουν να τ’ ακούσουμε κι εμείς, εκπαιδευτικοί, γονείς και κοινωνία, δεν τα αφουγκραζόμαστε και δεν τα κατανοούμε. Έχουμε καθήκον ως «ώριμη γενιά» να κατανοήσουμε τις αγωνίες τους, τις ανασφάλειές τους, να τους κρατάμε το χέρι όταν μας χρειάζονται και να τα αφήνουμε ελεύθερα όταν νιώθουν δυνατά. Με την ενσυναίσθηση, την άνευ όρων αποδοχή, το πλησίασμα, την προσέγγιση και την γνήσια επικοινωνία θα φτιάξουμε υγιή παιδιά έτοιμα ν’ αντιμετωπίσουν με θάρρος τις προκλήσεις, τις χαρές και τις λύπες της ζωής. Και όπως λέει και μια λαϊκή μας ρήση : «Η χαρά όταν μοιράζεται είναι διπλή και η λύπη γίνεται μισή».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here