Το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Πάφου  με απόφαση του σήμερα, μετά τη συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, αθώωσε και απάλλαξε όλους τους κατηγορούμενους από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν που αφορούσαν αδικήματα συνωμοσίας, κλοπής, κλοπής από δημόσιο λειτουργό, κατάρτιση και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, καθώς και αδικήματα που αφορούν νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Τα πιο πάνω αδικήματα  αφορούσαν την κατασκευή και τοποθέτηση πινακίδων μεταξύ των οποίων και πινακίδων οδοσήμανσης του Δήμου Πάφου με κατηγορούμενος τον υπεύθυνο του Δήμου Πάφου στο Τμήμα Οδοσήμανσης και δύο εταιρείες οι οποίες ασχολούνταν με την κατασκευή και τοποθέτηση πινακίδων οδοσήμανσης καθώς και τους διευθυντές των εν λόγω εταιρειών.

Το Δικαστήριο αφού άκουσε 49 μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής και έξι μάρτυρες της Υπεράσπισης και αφού αξιολόγησε την προσφερθείσα μαρτυρία και ειδικά τη μαρτυρία των Μ.Κ.36, Μ.Κ.37, Μ.Κ.38, Μ.Κ.39 και Μ.Κ.44 κατέληξε ότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του αποτελείτο από τα συμπεράσματα των Μ.Κ.44 και Μ.Κ.39 οι οποίοι βασίστηκαν σε ελλιπή και ατεκμηρίωτη έρευνα των Μ.Κ.37 και Μ.Κ.38.

Το Δικαστήριο αποφάσισε επίσης ότι η αστυνομία όπως φαίνεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.36 ουσιαστικά δεν προέβη σε δική της έρευνα.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το διάτρητο σύστημα που υπήρχε στη διαχείριση των υλικών του Δήμου Πάφου, οι πράξεις ή παραλείψεις με ή χωρίς σκοπιμότητες που εντοπίζονται στη μαρτυρία, δεν στοιχειοθετούν από μόνα τους τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετώπιζαν οι κατηγορούμενοι.

Όπως αναφέρθηκε στο Δικαστήριο, θέση των συνηγόρων υπεράσπισης των κατηγορουμένων, του δικηγόρου Σάββα Μάτσα για τον Χρίστο Ιωάννου και την εταιρεία ΕΤΝΑ, του δικηγόρου  Αλέξανδρου Αλεξάνδρου για την εταιρεία ΑΛΜΑ και του Διευθυντή της Σωτήρη Αντωνιάδη και του δικηγόρου Κωστή Ευσταθίου για τον δημοτικό υπάλληλο Ανδρέα Νικολάου, είναι ότι η κατηγορούσα αρχή επιχείρησε χωρίς τεκμηρίωση αλλά  με εγγενείς αντιφάσεις, ανακρίβειες, και αοριστίες που πλήττουν καίρια την πειστικότητα που αναμένεται να χαρακτηρίζει την μαρτυρία της ΚΑ για την απόδειξη της υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων πέραν πάσης αμφιβολίας, να εμπλέξει στην υπόθεση τους πελάτες τους χωρίς καν να μπορεί να υπολογίσει με ακρίβεια το ύψος του ποσού που χάθηκε από τα ταμεία του Δήμου προς όφελος των εταιρειών.

Θέση των συνηγόρων υπεράσπισης είναι ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα για την καταδίκη των κατηγορουμένων, σημειώνοντας πως η έλλειψη πειστικότητας και οι αντιφάσεις των μαρτύρων κατηγορίας είναι τέτοιας έκτασης ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο, κατά την ταπεινή τους εισήγηση δεν θα μπορούσε να στηριχθεί σ’ αυτή.

Πρόσθεσαν πως στο Δικαστήριο στο πλαίσιο εκδίκασης της υπόθεσης παρουσιάστηκαν μάρτυρες που στηρίζονταν σε μαρτυρίες άλλων που δεν εργοδοτούνταν κατά την κρίσιμο περίοδο στον κλάδο οδοσήμανσης στον Δ. Πάφου.

Αντίθετα η θέση της Κατηγορούσας Αρχής που εκπροσωπείται από τον Δικηγόρο της Δημοκρατίας Ανδρέα Χατζηκύρου  είναι ότι η υπόθεση ήταν μεν  πολύπλοκη με πληθώρα εγγράφων, ωστόσο οι κατηγορίες έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας.

Θέση της κατηγορούσας αρχής είναι ότι οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση εξαπατούσαν το δημόσιο παραλαμβάνοντας δωρεάν τα υλικά από τις κρατικές αποθήκες και στην συνέχεια  χρέωναν τον Δήμο τόσο την κατασκευή όσο και τα υλικά.

Το Δικαστήριο με βάση τη μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή εξέτασε τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και κατέληξε ότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν τα συμπεράσματα του Μ.Κ.44 Λογιστικού Λειτουργού Κώστα Λιασίδη  και οι δικοί του υποκειμενικοί υπολογισμοί.  Κακοδιαχείριση και προβληματικό σύστημα διαχείρισης των υλικών υπήρχε όπως φαίνεται μέσα από την μαρτυρία.  Η παράλειψη τήρησης αρχείων και η μη καταγραφή των υλικών που παραδίδονταν στις κατηγορούμενες εταιρείες δεν προβλημάτισαν κανένα ώστε να ληφθούν μέτρα, είπε η πρόεδρος του Κακουργιοδικείου Ρέα Λιμνατίτου.

Το διάτρητο σύστημα διαχείρισης των υλικών, οι πράξεις ή οι παραλείψεις με ή χωρίς σκοπιμότητες που εντοπίζονται στη μαρτυρία δεν στοιχειοθετούν από μόνα τους τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων συμπλήρωσε. Όμως ούτε οι συλλογισμοί και η αυθαίρετη κατάληξη του Μ.Κ.44  μπορούν να γίνουν αποδεκτοί.  Ως εκ τούτου οι πιο πάνω κατηγορίες απορρίπτονται, ανέφερε.

Σε σχέση με τον Μ.Κ.36 που ήταν ο επικεφαλής της ανακριτικής ομάδας που διερευνούσε την παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο ανέφερε ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν διερεύνησε ή έδωσε οδηγίες να διερευνηθεί το κατά πόσο καταστρέφονταν και πόσες περίπου πινακίδες καταστράφηκαν.  Στην ουσία είπε το Δικαστήριο, δεν έγινε κατά την κρίση τους ανεξάρτητη έρευνα από την ανακριτική ομάδα και η Αστυνομία δεν ερεύνησε τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων για την προμήθεια των υλικών όπως την προέβαλαν στις καταθέσεις τους και αποτελεί ένα ουσιαστικό κομμάτι της υπόθεσης.

Όσον αφορά τον Χριστάκη Κυπριανού Μ.Κ.37 που είναι επιστάτης και εργάζεται στο τμήμα Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου από το 2007, το Δικαστήριο ανέφερε πως η γνώση του μάρτυρα όπως φαίνεται μέσα από την μαρτυρία του δεν στηρίζεται σε οποιοδήποτε γραπτό στοιχείο ή αρχείο αφού είναι κοινή θέση ότι δεν τηρούσε ο Δήμος Πάφου οποιοδήποτε αρχείο τοποθέτησης ή αγοράς και κατασκευής πινακίδων ή αρχείο επιδιόρθωσης ή αντικατάστασης πινακίδων.  Η γνώση του μάρτυρα στηρίζεται στο τι ο ίδιος θυμόταν και στο ότι το συνεργείο του «γνώριζε περίπου ποιες είχαν αντικατασταθεί».  Η χρονική περίοδος στην οποία καταλογίζεται στους κατηγορούμενους, η διάπραξη των αδικημάτων αφορά τα έτη 2006 μέχρι 2012 και είναι σαφές ότι για το έτος 2006 και μέχρι να αναλάβει ο μάρτυρας σαν επιστάτης στο τμήμα Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου το 2007 δεν μπορεί να γνώριζε που και ποιες πινακίδες τοποθετήθηκαν, είπε το Δικαστήριο.

Εξετάζοντας το σύνολο της μαρτυρίας του Χρ. Κυπριανού, το περιεχόμενο της, την ασάφεια σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του και τα αυθαίρετα συμπεράσματα του που στηρίζονται στην προσωπική του εκτίμηση και την δική του μνήμη όπως ισχυρίστηκε αλλά και την γενικότερη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα και τον τρόπο που κατέθετε το Δικαστήριο, έκρινε ότι η μαρτυρία του δεν μπορεί να είναι ασφαλές υπόβαθρο για το Δικαστήριο και δεν την αποδεχόμαστε.

Το Δικαστήριο αναφέρθηκε και στον Κυριάκο Πύργο Γραμματειακό λειτουργό του Δ. Πάφου ( Μ.Κ.38) που είναι το πρόσωπο που μαζί με τον Μ.Κ.37 προέβηκαν στην έρευνα για τις πινακίδες στις μετρήσεις και την ταύτιση τους  με τα τιμολόγια. Για τον μάρτυρα αυτό οι συνήγοροι υπεράσπισης ανέφεραν ότι δεν θα έπρεπε να συμμετείχε στη διερεύνηση της υπόθεσης και να έχει καθοριστικό ρόλο, αφού η εταιρεία που ανήκει στη σύζυγο του και στην όποια ο ίδιος είχε ενεργό ρόλο, ήταν ανταγωνίστρια των κατηγορούμενων εταιρειών και υπήρχαν αλληλοσυγκρουόμενα οικονομικά και επαγγελματικά συμφέροντα. Το γεγονός αυτό όπως περαιτέρω ανέφεραν καθιστά τον μάρτυρα αναξιόπιστο αφού η έρευνα και συμμετοχή του υποκινείτο από οικονομικά και επαγγελματικά συμφέροντα.

Ο Ιωάννης Χατζηπαναγιώτου Μ.Κ.39 είναι ο Εσωτερικός  Ελεγκτής του Δήμου Πάφου και όπως ανέφερε στη μαρτυρία του αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του στο Δήμο Πάφου  ο Τομέας Σήμανσης Οδών και Πινακίδων ήταν από τους πρώτους που αξιολόγησε και προσδιορίστηκαν κάποιες  αδυναμίες οι οποίες του έδωσαν το έναυσμα για περισσότερο έλεγχο του τομέα αυτού.  Διαπιστώθηκαν, όπως είπε, αγορές υλικών που δεν δικαιολογούνταν βάση των υφιστάμενων διαγωνισμών προμήθειας υλικών.
Ενώ οι διαγωνισμοί ζητούσαν την παροχή πλήρως κατασκευασμένων πινακίδων οδοσήμανσης διαπίστωσε αγορά υλικών που δεν χρειάζονταν να αγοραστούν από το Δήμο Πάφου.  Η υποχρέωση για αγορά των υλικών σύμφωνα με το μάρτυρα ήταν στους αναδόχους των προσφορών και όχι στο Δήμο.

Οι ισχυρισμοί των κατηγορούμενων όπως φαίνονται μέσα από την  αντεξέταση του μάρτυρα αλλά και από το περιεχόμενο  των καταθέσεων των κατηγορούμενων 3 και 4 (Τεκμήρια 60 και 68) όπως και από την ανώμοτη  τους δήλωση είναι ότι τα υλικά για την κατασκευή των πινακίδων τα προμήθευε ο Δήμος Πάφου (λαμαρίνες και φωσφορούχες μεμβράνες).  Η χρέωση των πινακίδων σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων αφορούσε μόνο τον κόπο.

Είναι παραδεκτό από τους κατηγορούμενους ότι υπάλληλοι του Δήμου μετέφεραν στον τόπο εργασίας των κατηγορούμενων εταιρειών υλικά όπως λαμαρίνες και φωσφορούχες μεμβράνες.  .

Το αναξιόπιστο υπόβαθρο της έρευνας του Μ.Κ. 39Ι. Χατζηπαναγιώτου  και οι παραλείψεις στην έρευνα του όπως τις αναφέρουμε πιο πάνω δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να αποδεχτεί τα όσα ο Μ.Κ.39 ανέφερε στη μαρτυρία του.  Ερωτηματικά προκαλεί όμως για την έρευνα του Μ.Κ.39 και η αναφορά του Μ.Κ.44 Κ. Λιασίδη  ότι την ίδια ημέρα που έγινε η μονιμοποίηση του Μ.Κ.39 κατατέθηκε και η έρευνα του Μ.Κ.39 και ότι στο Δημοτικό Συμβούλιο αναφέρθηκε από συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο κατονόμασε ότι δεν θα δεχόταν να συζητηθεί η μονιμοποίηση του Μ.Κ.39 αν δεν προσκομίζετο το αποτέλεσμα της έρευνας για τις πινακίδες.  Η διασύνδεση των δύο γεγονότων αφήνει κατά την κρίση μας ερωτηματικά για την αξιοπιστία της έρευνας του Μ.Κ.39  και για όλους τους λόγους που αναφέρουμε πιο πάνω δεν αποδεχόμαστε την μαρτυρία του Μ.Κ.39, κατέληξε το Δικαστήριο .