Ο χρόνος είναι ένας πολύ καλός γιατρός (όχι όμως ο καλύτερος)

       
   
   

Κατά τη διάρκεια μιας όμορφης μέρας, δύσκολα θα μπούμε στον κόπο να διερωτηθούμε για την ευτυχία που απολαμβάνουμε. Με τόση ομορφιά να μας περιβάλλει, ποιος έχει μάτια να κοιτάξει μέσα του; Και να τολμήσουμε όμως να κοιτάξουμε μέσα μας και να διερωτηθούμε, σίγουρα το θυμικό δεν θα επιτρέψει στην κρίση μας να ανταποκριθεί αμερόληπτα.

   
               

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει όσο απολαμβάνουμε τον έρωτά μας, καθώς αρνούμαστε να λάβουμε υπόψη πως ό,τι όμορφο ζούμε συμπληρώνεται από ισόποση ασχήμια. Όταν λοιπόν με τον καιρό, μαζί με τα ελαττώματα του/της συντρόφου μας, κάνουν την εμφάνισή τους η πλήξη, οι διαφωνίες και οι λογομαχίες, τότε απογοητευόμαστε, τον/την απομυθοποιούμε και (αναπόφευκτα) προσ-γειωνόμαστε σε μια «χώρα», που μέχρι εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον υπήρχε – αν υπήρχε – χιλιόμετρα μακριά από εμάς. (Την ίδια τακτική ακολουθούμε και απέναντι στον θάνατο: εξορίζοντάς τον σε νεκροταφεία στην περιφέρεια της πόλης…)

 Την απομακρυσμένη αυτή «χώρα» των ελαττωμάτων, των εντάσεων και των παρεξηγήσεων, θα την ονομάσουμε «μη-Πραγματικότητα», ενώ η «Πραγματικότητα» θα αποτελεί το συμπλήρωμα και το ακριβώς αντίθετό της. Ζούμε λοιπόν μεταξύ «Πραγματικότητας» και «μη-Πραγματικότητας», δυο άκρα-όρια που κλείνουν τη ζωή μας. Κάθε φορά που πλησιάζουμε προς τη «μη-Πραγματικότητα» (των συγκρούσεων και των δυσάρεστων εμπειριών, συμπεριλαμβανομένης και της κακοποίησης), νομοτελειακά η σχέση οδηγείται στο τέλος της, όχι απαραίτητα φυσικό, καθώς είναι σύνηθες οι δυο σύντροφοι να καταλήγουν να είναι «και μαζί και χώρια». Από την άλλη, αν τείνουμε προς την «Πραγματικότητα» – το ιδανικό σενάριο – μπορεί να μη συναντήσουμε κακομεταχείριση και έντονες συγκρούσεις, αλλά σίγουρα χρειάζεται να έχουμε βαθιά επίγνωση της πιθανότητας να εκδηλωθούν εξαιρετικά απρόβλεπτα περιστατικά, που συνοδευόμενα από προσβολές, ταπεινώσεις και υπερβολικές αντιδράσεις, θα βλάψουν σοβαρά τη σχέση. Τότε όμως ο δεσμός γίνεται ρεαλιστικός. Τότε οι δύο σύντροφοι έχουν επίγνωση πως η ευτυχία που ζουν δεν μοιάζει παρά σαν μια διακεκομμένη ευθεία, μέσα από τα κενά και τις ασυνέχειές της οποίας θα κληθούν να δοκιμαστούν οι αντοχές και οι αντιστάσεις τους. Άλλωστε οι σχέσεις δεν δοκιμάζονται στις απολαύσεις και στην ομορφιά, μα στην έλλειψη απολαύσεων και στο κενό ομορφιάς· στην ασχήμια και στην αν-ομοιομορφία. Στα ελαττώματα, στην έκφραση δυσαρέσκειας, στον θυμό, στην κούραση, στις στερήσεις, στην παρουσία πόνου, στην απουσία ηδονής. Αν λοιπόν στη φωτιά που ξεσπά μέσα σε μια σχέση ρίχνουμε νερό και στις (όχι επαναλαμβανόμενες) παρεκτροπές του ενός συντρόφου λειτουργεί η υγιής «απορροφητικότητα» του άλλου, τότε ενεργοποιούνται σωτήρια αντανακλαστικά (δεδομένου ότι υπάρχουν).

Αναπόφευκτα, μετά από κάθε δοκιμασία δεν μπορεί παρά και οι δυο συμμετέχοντες να τραυματίζονται, ακόμα και αν όλα ξεκινούν από τον «αυτοτραυματισμό» του ενός λόγω συναισθημάτων ζήλιας, καχυποψίας ή κτητικότητας. Σε κάθε περίπτωση τα τραύματα δεν είναι ορατά στο μάτι. Για αυτό και όσο και αν «ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός», όσο και αν ανακουφίζει, όσο και αν καταπραΰνει, όσο και αν κατά το πέρασμά του ο σύντροφός μας με τις πράξεις του μετα-νοημένος παραδέχεται πως «αμάρτησε», το βέβαιο είναι πως το τραύμα δεν παραγράφεται. Και δεν αναφέρομαι σε κάποιο τραύμα ή μια πληγή που «κλείνει» αφήνοντας ίσως μια αμυδρή εκδορά στην επιφάνεια, στην επιδερμίδα της σχέσης. Αναφέρομαι στις βαθιές χαρακιές που φτάνουν στο βάθος του σώματος της σχέσης και που το γυμνό μάτι αδυνατεί να συλλάβει. «Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια» και όσο πιο βαθιά είναι η πληγή, άλλο τόσο απροσπέλαστη είναι από την όραση…

Αναμφίβολα, τίποτα δε διαγράφεται για πάντα. Τουναντίον, πάντα κάτι μένει σαν σκουριά να επηρεάζει (έστω και υποσυνείδητα) τις μελλοντικές αποφάσεις μας. Μοναχά η γομολάστιχα έχει την παντοδυναμία να εξαφανίζει ένα λάθος που έγινε στην επιφάνεια ενός χαρτιού, προσφέροντάς μας μια ολοκαίνουργια και άδεια σελίδα. Όμως, οι ανθρώπινες σχέσεις δεν έχουν επιφάνεια, δεν ορίζονται στις δύο διαστάσεις. Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι τριδιάστατες. Εκεί αποκτούν βάθος και προοπτική, εκεί καταλαμβάνουν όγκο, κερδίζουν χωρητικότητα. Για αυτό και οι αληθινές σχέσεις δεν απλώνονται στον χώρο αλλά γεμίζουν τον χώρο και απλώνονται στον χρόνο. Κανένας γιατρός, όσο «καλύτερος» και αν είναι, δεν μπορεί να περηφανεύεται πως διαθέτει το χάρισμα της πλήρους διαγραφής δυσάρεστων εμπειριών.

Καταλήγοντας, θα ήταν πλάνη να πιστέψουμε πως μια επιτυχημένη θεραπεία κρίνεται από το πόσο έχει τη δυνατότητα να εξαφανίσει καθετί που συνδέεται με ένα τραύμα, είτε σωματικό, είτε πνευματικό, είτε ψυχικό. Αντιθέτως, μια επιτυχημένη θεραπεία προχωρά πέρα από τη φροντίδα του τραύματος και ακόμα πιο πέρα από την εξάλειψη της όποιας ανεπαίσθητης ουλής που πιθανόν να το συνοδεύει. Η αποτελεσματικότητα μιας θεραπείας κρίνεται από το κατά πόσο μπορεί να οδηγήσει στην αποδοχή και στη διαχείριση του τραύματος και στο αν θα κατορθώσουμε να επιβιώσουμε μετά από αυτό, συνεχίζοντας να ζούμε μαζί με αυτό.

Μόνο μέσα από ένα τέτοιο πρίσμα ο χρόνος αναδεικνύεται ως ο καλύτερος γιατρός. Όταν το πέρασμά του μας καθιστά ολοένα και πιο έτοιμους να ακολουθήσουμε με συνέπεια καινούργιες θεραπείες, να αντιμετωπίσουμε με επιτυχία τυχόν υποτροπές, μα και άλλες (ίσως πιο βαθιές) πληγές, μαζί με τα όποια σημάδια που πιθανόν να αφήσουν. Ακόμα και τότε όμως, εξακολουθώ να διατηρώ τις επιφυλάξεις μου…

 

Θανάσης Νανόπουλος