Η μεγάλη σημασία της θετικής αναπλαισίωσης για τα παιδιά μας [της Λουίζας Πιερίδου]

Πολλές φορές συναντάμε άτομα γύρω μας που μπορούν να θέσουν κάτι δυσάρεστο με έναν πιο θετικό τρόπο. Μπορούν να κάνουν μια μαυρόασπρη κατάσταση να φαίνεται λίγο πιο γκρίζα. Μ’ αυτό τον τρόπο ο πόνος γίνεται λιγότερο οδυνηρός και ο θυμός πιο διαχειρίσιμος. Αν ένα παιδί φοβάται τις αράχνες θα μπορούσαμε να τις μελετήσουμε προσεκτικά μαζί του έτσι ώστε να τις θαυμάζει αντί να φωνάζει από φόβο όταν τις βλέπει. Ο τρόπος με τον οποίο μιλούμε στα παιδιά είναι εξαιρετικά σημαντικός. Μπορούμε λοιπόν να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα για να μεταβάλουμε την αντίληψη κάποιου για κάτι το οποίο νιώθει αρνητικά συναισθήματα.

Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα είναι αυτός που μαθαίνουμε από τους γονείς μας, την κοινωνία μέσα στην οποία μεγαλώσαμε. Θεωρούμε πως απλώς  έτσι είναι τα πράγματα. Αυτό το έτσι όμως είναι η δική μας αλήθεια. Ο σταθερός αυτός τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τη δική μας αλήθεια ονομάζεται πλαίσιο, είναι η αντίληψή μας κι αυτό που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως πραγματικό. Πολλές φορές η δική μας αλήθεια μπορεί να είναι αρνητική, μελαγχολική, γεμάτη φοβίες και ανασφάλειες. Θα μπορούσαμε λοιπόν να δούμε τη δική μας πραγματικότητα μ’ έναν διαφορετικό τρόπο; Θα μπορούσαμε να της αλλάξουμε πλαίσιο και να τη βάλουμε σ’ ένα πιο ανοικτόμυαλο, πολύχρωμο και θετικό πλαίσιο;

Θετική αναπλαισίωση λοιπόν. Η δεξιότητα που μπορεί να διδαχτεί στα παιδιά από μικρή ηλικία έτσι ώστε να τους έρχεται φυσικά όταν είναι ενήλικες. Η δεξιότητα να αναπλαισιώνουμε μια δυσάρεστη αγχωτική κατάσταση σε κάτι θετικό εστιάζοντας σε κάτι καλό και όχι στο κακό. Αυτό δεν σημαίνει να προσποιούμαστε πως δεν υπάρχει τίποτα αρνητικό σε μια κατάσταση αλλά να δεχτούμε πως υπάρχει  και μια άλλη πλευρά που μπορεί να μην την είχαμε ποτέ σκεφτεί. Όταν κάποιος είναι καλός στη θετική αναπλαισίωση έχει περισσότερη ψυχική ανθεκτικότητα. Σύμφωνα με τον Morgan (2005), μια αφήγηση είναι σαν μια κλωστή που δένει τα συμβάντα μεταξύ τους και σχηματίζεται μια ιστορία. Αυτές οι ιστορίες διαμορφώνουν τη ζωή μας. Αν συνδέσουμε αυτά τα συμβάντα με διαφορετικό τρόπο θα μπορούσαμε να φτιάξουμε μια διαφορετική ιστορία, να αποκτήσουμε ένα καινούριο τρόπο να βλέπουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο.

Αυτή η ικανότητα να εστιάζει κανείς στις λιγότερο αρνητικές όψεις των καταστάσεων και να βρίσκει το μέσο έδαφος μειώνει το άγχος και αυξάνει την καλή διάθεση. Μπορούμε να είμαστε σε επαφή με την πραγματικότητα, να είμαστε ρεαλιστές αλλά αισιόδοξοι ρεαλιστές εστιάζοντας στις πιο θετικές πλευρές της πραγματικότητας. Οι Alexander &  Sandahl, (2017), τονίζουν πως οι ρεαλιστές αισιόδοξοι μαθαίνουν να μη δίνουν πολλή σημασία στις αρνητικές λέξεις και αποκτούν τη συνήθεια να ερμηνεύουν αμφισβητούμενες καταστάσεις με πιο θετικό τρόπο. Δεν βλέπουν τα πράγματα κακά ή καλά, μαύρα ή άσπρα, αλλά συνειδητοποιούν ότι υπάρχουν πολλές αποχρώσεις ανάμεσα στα άκρα.

Σημαντικό είναι να μειώσουμε τον περιοριστικό λόγο. Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε είναι καθαρά δική μας επιλογή και είναι εξαιρετικά σημαντική γιατί αυτή καθορίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο βλέπουμε τον κόσμο. Αν αυτό που λέμε το πούμε με πιο υποστηρικτικό τρόπο και λιγότερο περιοριστικό, μπορούμε στην πραγματικότητα ν’ αλλάξουμε τον τρόπο που αισθανόμαστε. Όταν εμείς και τα παιδιά μας χρησιμοποιούμε περιοριστική γλώσσα, για παράδειγμα « Δεν είναι καλός σε αυτό», «Δεν μπορεί να το κάνει», «Είναι πολύ ακατάστατος», «Είναι τεμπέλης» τότε τα παιδιά μας χτίζουν στρατηγικές επιβίωσης που στηρίζονται στη δυσπιστία απέναντι στις ικανότητές τους σε δύσκολες στιγμές.

Όσο περισσότερες τέτοιες δηλώσεις ακούει τόσο περισσότερα αρνητικά συμπεράσματα βγάζει για τον εαυτό του. Δυστυχώς τα παιδιά ακούνε τους γονείς τους να λένε τέτοια πράγματα περισσότερο απ όσο νομίζουμε κι αρχίζουν να πιστεύουν πως πραγματικά έτσι είναι. Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε είναι εξαιρετικά επιδραστική και όπως πολύ σωστά αναφέρει ο γνωστός Δανός ψυχολόγος Allan Holmgren (2014), η πραγματικότητά μας δημιουργείται από τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε. Το ευχάριστο είναι ότι κάθε αλλαγή περιλαμβάνει μια αλλαγή στη γλώσσα. Συνεπώς χρησιμοποιώντας ένα διαφορετικό λεξιλόγιο και όχι τις ταμπέλες που είχαμε βάλει στα παιδιά μας, αναπλαισιώνοντας θετικά ή ξαναγράφοντας το σενάριο της ζωής μας, ανοίγουμε νέους δρόμους για αλλαγή τόσο για τον εαυτό μας όσο και για τα παιδιά μας. Και οι δικές μας ταμπέλες που έχουμε ως ενήλικες πηγάζουν από τις ταμπέλες που μας δόθηκαν όταν ήμασταν παιδιά-τεμπέλα, ευαίσθητη, αδύναμη, εγωίστρια, έξυπνη κλπ.

Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε εμείς και τα παιδιά μας είναι καθαρά θέμα εξάσκησης. Όσο περισσότερο χρησιμοποιούμε θετικές δηλώσεις και εστιάζουμε στα κομμάτια της ζωής μας που μας αρέσουν, εμείς οι ενήλικες μπορούμε να δημιουργήσουμε μια πιο θετική και γεμάτη αγάπη αφήγηση για εμάς και για τα παιδιά μας. Και οφείλουμε να το κάνουμε έστω κι αν οι δικοί μας γονείς δεν είχαν τις γνώσεις να το κάνουν για εμάς. Ως γονείς και ως εκπαιδευτικοί μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να εκφράσουν με λόγια τα συναισθήματά τους και μετά να τα καθοδηγήσουμε να βρουν έναν πιο εποικοδομητικό τρόπο να δουν την κατάσταση, αντί να κολλήσουν σε μια περιοριστική πεποίθηση. Αυτή είναι η ουσία της αναπλαισίωσης.

Το να εντοπίζουμε τη θετική πλευρά των πραγμάτων μπορεί να γίνει σε όλων των ειδών τις καταστάσεις. Με την εξάσκηση γίνεται σταδιακά ευκολότερο και μπορεί να γίνει και διασκεδαστική ως διαδικασία. Ένα παιδί που έπαιξε χάλια στον αγώνα ποδοσφαίρου και το αναγνωρίζει το βοηθούμε να θυμηθεί τις προηγούμενες επιτυχίες του, όταν έβαλε τέρματα, και πώς ένιωσε τότε. Το ενθαρρύνουμε να προπονηθεί περισσότερο και του προτείνουμε να πάμε για πίτσα και να γιορτάσουμε το γεγονός ότι δεν έσπασε το πόδι του στον σημερινό αγώνα παρόλο που η επίδοσή του δεν ήταν και τόσο καλή όσο τις προηγούμενες φορές. Δεν αγνοούμε το γεγονός σαν να μη συνέβηκε. Το παιδί όντως δεν έπαιξε καλά στον αγώνα και το αναγνωρίζουμε αλλά, χρησιμοποιώντας το χιούμορ δείχνουμε πόσο χειρότερη θα μπορούσε να ήταν η κατάσταση και το οδηγούμε στα θετικά συναισθήματα που είχε για το ποδόσφαιρο την προηγούμενη βδομάδα.

Οι Alexander &  Sandahl, 2017 δίνουν τις πιο κάτω συμβουλές για θετική αναπλαισίωση:

  • Προσέχουμε τον αρνητισμό μας. Εντοπίζουμε τις αρνητικές μας σκέψεις, τα πράγματα που μας ταράζουν, φόβους και ανησυχίες και προσπαθούμε να βρούμε μια κατανόηση, μια άλλη οπτική γωνία ή έναν τρόπο να εστιάσουμε σε μια πιο θετική όψη.
  • Κάνουμε εξάσκηση στη θετική αναπλαισίωση. Αναλογιζόμαστε πόσο ρεαλιστικές είναι οι σκέψεις μας και προσπαθούμε να αλλάξουμε τη διατύπωση. «Δεν έχω χρόνο για γυμναστική», «Η πεθερά μου είναι τόσο εκνευριστική». Αναπλαισιώνοντας θετικά μπορούμε να πούμε «Έχω χρόνο για γυμναστική τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα», «Αγαπώ την πεθερά μου, είναι πολύ καλή γιαγιά για τα παιδιά μου».
  • Χρησιμοποιούμε λιγότερο περιοριστικό λόγο. Εξαλείφουμε τον μαυρόασπρο, περιοριστικό λόγο- «Το μισώ αυτό», «Δεν έπρεπε», «Εγώ έτσι είμαι» κλπ. Ο περιοριστικός λόγος αφήνει ελάχιστο χώρο για ευελιξία και κάνει τα άτομα να βλέπουν τα πάντα μόνο από μία οπτική γωνιά. Βάζουμε στα λόγια μας λιγότερη κριτική και περισσότερη αποδοχή, και χρησιμοποιούμε πιο μετριοπαθή και λιγότερο αυστηρό λόγο.
  • Ξεχωρίζουμε τις πράξεις από το άτομο. Δεν κολλούμε στα παιδιά ταμπέλες. Μπορούμε αντί να πούμε «Είναι τεμπέλα», να πούμε «Την πιάνει κάποια τεμπελιά». Μπορούμε αντί να πούμε «Είναι επιθετικός», να πούμε «Πού και πού έχει επιθετικότητα».
  • Ξαναγράφουμε την αφήγηση των παιδιών μας, ώστε να είναι πιο θετική. Κάνουμε μια λίστα με τα πιο αρνητικά χαρακτηριστικά και τις πιο αρνητικές συμπεριφορές των παιδιών μας και τις εκφράζουμε με μία φράση π.χ. δεν είναι πολύ μελετηρή, είναι τόσο πεισματάρα. Το παιδί που δεν είναι μελετηρό μπορεί να αγαπάει το διάβασμα και να είναι πολύ κοινωνικό. Το πεισματάρικο μπορεί να είναι υπομονετικό, εργατικό και να μην τα παρατάει ποτέ. Προσπαθούμε να εστιάσουμε στη θετική πλευρά των παιδιών μας έτσι ώστε να αισθάνονται ότι εκτιμούμε τη μοναδικότητά τους και ότι δεν τους κολλάμε αρνητικές ταμπέλες. Ξεχωρίζουμε τη συμπεριφορά από τα άτομα και τα βοηθούμε να γράψουν στοργικές αφηγήσεις για τον εαυτό τους.
  • Χρησιμοποιούμε υποστηρικτικό λόγο. Βοηθούμε τα παιδιά μας χρησιμοποιώντας λόγο που υποστηρίζει και όχι λόγο που περιορίζει. Τους κάνουμε ερωτήσεις για να τα βοηθήσουμε να αναγνωρίσουν τα συναισθήματα πίσω από τις πράξεις.
  • Χρησιμοποιούμε το χιούμορ. Το χιούμορ μας βοηθά να συνδεθούμε με τα παιδιά και να κάνουμε πιο ανάλαφρη την κατάσταση, βλέποντας τα πράγματα από μια νέα οπτική γωνιά. Σημαντικό όμως είναι να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματα και τις εμπειρίες των παιδιών.

Λουίζα Πιερίδου, Δασκάλα με μεταπτυχιακό τίτλο στην εκπαιδευτική ψυχολογια