Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται η αποψινή συνεδρίαση της ολομέλειας του Δήμου Γεροσκήπου σε σχέση με την ανάπτυξη της Εκκλησίας σε περιοχή που έχει κηρυχθεί ως Αρχαιολογική. Μετά το σάλο που προκλήθηκε απο δημοσιεύματα αλλά και τις δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστομου κατά του Τμήματος Αρχαιοτήτων, την απάντηση της διευθύντριας του Τμήματος αλλά και τις δημόσιες δηλώσεις πολιτικών κομμάτων για το θέμα η αποψινή συνεδρίαση αποκτά άλλη βαρύτητα.

Πάντως το θέμα βρίσκεται στην αντζέντα εδώ και μέρες και απόψε αναμένεται να συζητηθεί. Όπως το PafosPress.com είναι σε θέση να γνωρίζει τα τελευταία 24ωρα υπάρχει έντονο παρασκήνιο για το πως θα εξελιχθεί η συγκεκριμένη συνεδρίαση του Δήμου Γεροσκήπου, το πως θα ψηφίσουν ο Δήμαρχος και οι Δημοτικοί συμβουλοι, σε ενδεχόμενη πρόταση για αποχαρακτηρισμό της περιοχής απο αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.

Τι λέει ο Αρχιεπίσκοπος;
Σε έντονο ύφος ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β’, κατηγορεί το Τμήμα Αρχαιοτήτων ότι χωρίς εξασφάλιση άδειας από τον ιδιοκτήτη του τεμαχίου, στο οποίο θα πραγματοποιηθεί η ανάπτυξη μαμούθ, κήρυξε τον χώρο ώς αρχαιολογικό μνημείο.
Οι διαδικασίες για την αίτηση που υπέβαλε η Αρχιεπισκοπή για ανέγερση της ξενοδοχειακής μονάδας, προωθούνται με γοργούς ρυθμούς από την Πολεοδομία.
Πως απαντά το Τμήμα Αρχαιοτήτων
Η Δρ. Μαρίνα Σολομονίδου Ιερωνυμίδου, Διευθύντρια Τμήματος Αρχαιοτήτων μιλώντας τις πρροάλλες στο ΣΙΓΜΑ ανέφερε πως «είχαμε πάρει τη συγκατάθεση του Αρχιεπισκόπου για ανασκαφή στο χώρο από το 2015, αλλά δεν είχαμε πάρει άδεια για κήρυξη του χώρου σε αρχαίο μνημείο. Κατά την ανασκαφή ενημερώναμε τον Μακαριότατο όπως και τους μελετητές. Στον χώρο έχουν βρεθεί σε συγκεκριμένο σημείο αρχαιολογικά κατάλοιπα. Πρέπει να γίνει ανασκαφή ολόκληρου του χώρου και αν υπάρχουν και άλλες αρχαιότητες να τροποποιηθούν τα σχέδια αναλόγως”.
Πως σχολιάζει ο Δήμαρχος Γεροσκήπου;
Ο Δήμαρχος Γεροσκήπου μιλώντας στο PafosPress.com την περασμένη Κυριακή ανέφερε ότι θα ήταν καλό να πραγματοποιηθούν οι αναπτυξιακές εργασίες, αλλά να προστατευθούν και οι αρχαιότητες. “Δώσαμε θετικές απόψεις στην πολεοδομία για την ανέγερση κτιρίων στην περιοχή αφού θεωρούμε ότι αυτές οι εργασίες πρέπει να γίνονται καθ’ ύψος και όχι να δημιουργείται ‘’κουρτίνα’’ και να επηρεάζεται η θέα προς τη παραλία. Θεωρούμε ότι πρέπει να προηγηθεί η διαμόρφωση πρασίνου αλλά και η δημιουργία πεζοδρομίου».
Ο Αρχιεπίσκοπος μεταξύ της Ιστορίας μας και της οικονομικής δραστηριότητας, επιλέγει το δεύτερο λέει το ΑΚΕΛ. 
Μετά από τις διαδικασίες εξπρές που ακολουθήθηκαν για αποχαρακτηρισμό συγκεκριμένης περιοχής που ανήκει στην Εκκλησία της Κύπρου, ο Αρχιεπίσκοπος επιχειρεί άρον- άρον να την αναπτύξει ενώ σ’ αυτήν έχουν ανακαλυφθεί αρχαιότητες και ακόμα συνεχίζονται οι ανασκαφές.
Είναι προφανές ότι ο Αρχιεπίσκοπος μεταξύ της Ιστορίας μας και της οικονομικής δραστηριότητας, επιλέγει το δεύτερο. Κατά τα άλλα, όποτε του δίνεται η ευκαιρία παραδίδει μαθήματα για την ανάγκη να συντηρούμε και να μαθαίνουμε την Ιστορία μας.
Για ακόμα μια φορά ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας εκτίθεται στα μάτια της κοινωνίας και ταυτόχρονα εκθέτει και την Εκκλησία της Κύπρου.
Αντιδρούν και οι Οικολόγοι
Όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, σχετικά με το χώρο της σχεδιαζόμενης ανάπτυξης της Αρχιεπισκοπής στη Γεροσκήπου, είναι δηλωτικά μιας σειράς προβληματικών λειτουργιών του κράτους.

Η αδράνεια του Τμήματος Αρχαιοτήτων, να προχωρήσει σε διερευνητική ανασκαφή, προκειμένου να  ανακαλυφθεί η φύση των αρχαιοτήτων, έδωσε την ευκαιρία στα μεγάλα “μέσα” του Αρχιεπισκόπου να πετύχουν αποχαρακτηρισμό της έκτασης που επιδιώκει να “αναπτύξει” η Αρχιεπισκοπή Κύπρου. Έτσι, η σχεδιαζόμενη ανάπτυξη της Αρχιεπισκοπής προβλέπεται απλώς να “ξεχνά” την ύπαρξη των αρχαιοτήτων, στα θεμέλια των πολυτελών εγκαταστάσεων.

Η ανάπτυξη μαμούθ που σχεδιάζεται, συνοδεύτηκε όπως πληροφορούμαστε από τα σχετικά δημοσιεύματα, από τις ανάλογες πιέσεις σε επίπεδο δημοτικών συμβούλων, προκειμένου αυτοί να εγκρίνουν τα έργα.

Ταυτόχρονα, η παρακείμενη θαλάσσια περιοχή, στην οποία ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε τη δημιουργία τεχνητού νησιού με ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, εντάσσεται στο σχέδιο Natura 2000.

Κάθε ένα από τα παραπάνω στοιχεία, κάνουν πρόδηλη την αδυναμία  του κυπριακού κράτους να λειτουργήσει ως θεσμικός υπερασπιστής του δημοσίου συμφέροντος. Αντ` αυτού φαίνεται να προωθεί κατά περίπτωση “αναπτύξεις”, όχι βάσει του υπολογισμού κόστους – οφέλους, αλλά βάσει των μετόχων που απαρτίζουν την κοινοπραξία.

Επιτέλους, πρέπει να γίνει σαφές, πως ο αρχαιολογικός, πολιτιστικός και φυσικός πλούτος της Κύπρου δε μπορεί να αντιμετωπίζονται ως εμπόδιο. Επίσης σαφές πρέπει να γίνει, ότι σε μια στοιχειωδώς λειτουργούσα οικονομία, οι όροι είναι κοινοί για όλους τους πιθανούς επενδυτές, ανεξαρτήτως των άλλων ιδιοτήτων των μετόχων.

Ο Αρχιεπίσκοπος δεν πρέπει να έχει ασυλία, ούτε να τυγχάνει ευνοϊκής μεταχείρισης σε θέματα ανάπτυξης ή προστασίας των νόμων. Όλη αυτή η ιστορία μπορεί να αποτελεί την εξήγηση της χλιαρής στάσης του Αρχιεπισκόπου έναντι της κυβέρνησης Νίκου Αναστασιάδη.