Βασικές προϋποθέσεις για επιτυχή συνεργασία μεταξύ γονέων και εκπαιδευτικών

0
119

της Λουίζας Πιερίδου

Εκπαιδευτικος με μεταπτυχιακο τιτλο στην εκπαιδευτικη ψυχολογια

Βασική προϋπόθεση είναι γονείς και εκπαιδευτικοί να βρίσκονται σε συνεχή επαφή και επικοινωνία. Καλό είναι ν’ αποφεύγεται ο αλληλοκαταταλογισμός ευθυνών και η δημιουργία δύο μετώπων όπου εκπαιδευτικοί και γονείς ρίχνουν ο ένας τις ευθύνες στον άλλο. Σύμφωνα με τον Μπρόυζο (1998), ο ρόλος των εκπαιδευτικών είναι περισσότερο επικουρικός και η παρέμβασή του έχει στόχο να βοηθήσει τους γονείς να κατανοήσουν το παιδί τους και όχι να τους «δασκαλέψει».

Σημαντικό είναι ο εκπαιδευτικός να συμβάλλει στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας αμοιβαίας εμπιστοσύνης και σεβασμού, ώστε ο γονέας να νιώθει ασφάλεια να εκφραστεί. Σε περίπτωση που ο εκπαιδευτικός υιοθετεί μια υπεροπτική στάση ή καταδικάζει τη συμπεριφορά του γονέα υπάρχει κίνδυνος διακοπής της επικοινωνίας και της συνεργασίας.

Σίγουρα και οι γονείς θα πρέπει να βρίσκονται σε ετοιμότητα για να συνεργαστούν με τους δασκάλους των παιδιών τους. Πολλές φορές τα βιώματα των γονιών ως μαθητών, όσο κι αργότερα ως γονέων επηρεάζουν την προθυμία τους για συνεργασία. Όταν δεν υπάρχει αυτή η προθυμία θα πρέπει οπωσδήποτε να αποκτηθεί. Με διακριτικό τρόπο και με μια θετική συμπεριφορά απέναντι στους γονείς ο εκπαιδευτικός μπορεί να επιτύχει αποτελεσματική επικοινωνία μ’ αυτούς ( Rogers, 2004).

Το πρώτο στάδιο είναι η δημιουργία μιας ατμόσφαιρας αμοιβαίας εκτίμησης, αποδοχής και εμπιστοσύνης. Ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να επιδιώξει να κατανοήσει την όλη κατάσταση (οικονομική, οικογενειακή κ.λ.π.) στην οποία βρίσκεται ο γονιός. Θα πρέπει να έχει την ικανότητα να νιώσει τους γονείς (ενσυναίσθηση) και να τους κατανοήσει σαν να είναι αυτός στη θέση τους. Αυτό δε σημαίνει βέβαια πως κι ο εκπαιδευτικός δεν παύει να έχει και τις δικές του απόψεις κι αντιλήψεις.

Η επικοινωνία θα συνεχιστεί σ’ ένα δεύτερο στάδιο όπου τα δύο μέρη αποδέχονται ο ένας τον άλλο και επικοινωνούν χωρίς κωδικοποιημένα μηνύματα ενώ στο τρίτο στάδιο αναζητούν από κοινού μια αντικειμενική λύση μέσω του διαλόγου. Στο τέταρτο στάδιο δοκιμάζονται στην πράξη οι λύσεις που προτάθηκαν από κοινού και στο πέμπτο και τελευταίο στάδιο αξιολογείται η επιτυχία των προτάσεων με κάποιες αλλαγές ή νέες προτάσεις αν χρειαστεί.

Σε καμία περίπτωση οι γονείς δεν απαλλάσσονται από την ευθύνη που έχουν για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με το παιδί τους. Ο εκπαιδευτικός δεν είναι γιατρός για να γράφει συνταγές. Όταν διαπιστώσει ότι οι γονείς αδυνατούν να  πάρουν αποφάσεις σχετικά με τα παιδιά τους παρέχει συμβουλές, μέσω του διαλόγου, με στόχο την αυτονομία των γονέων και την ικανότητά τους να λαμβάνουν αποφάσεις για σημαντικές προσωπικές τους περιπτώσεις. Πολλές φορές καλοπροαίρετες πράξεις και προθέσεις των γονέων καταλήγουν σε σφάλματα και λανθασμένη λήψη αποφάσεων γι αυτό κι ο συμβουλευτικός ρόλος των εκπαιδευτικών απέναντί τους είναι σημαντικός!

Σε καμία περίπτωση ο εκπαιδευτικός δεν πρέπει να καθιστά υπεύθυνους είτε τους γονείς είτε τις ανεπαρκείς ικανότητες των παιδιών για τις κακές τους επιδόσεις. Η τάση αυτή δημιουργεί προβλήματα στην επικοινωνία γονέων εκπαιδευτικών και κάνει τους πρώτους να αντιδρούν παθητικά και να απορρίπτουν την ειλικρινή συνεργασία (Keck, 1979). Τέλος για την αποτελεσματική συνεργασία των δύο μερών θα πρέπει τα «προσωπικά» προβλήματα των μαθητών και των γονέων να εκλαμβάνονται και ως προσωπική υπόθεση των εκπαιδευτικών και η ενασχόληση των τελευταίων μ’ αυτά να είναι και δική τους υποχρέωση (Shunow & Harris, 2000).

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here