Ένα λεωφορείο με επιβάτες νέους από την Πάφο, αποφασισμένους να αντισταθούν, ξεκινά στις 15 Ιουλίου 1974, ημέρα εκδήλωσης του πραξικοπήματος, το ταξίδι προς Λεμεσό. Ένα ταξίδι που επιζώντες περιγράφουν σήμερα ως κόλαση, και ένα λεωφορείο που ονομάστηκε το «Λεωφορείο της Αντίστασης». Σε αυτό άφησαν την τελευταία τους πνοή δύο νέοι και άλλοι 18 τραυματίστηκαν από τα πυρά πραξικοπηματιών που τους ανέμεναν.

Το ταξίδι στη Λεμεσό με το «Λεωφορείο της Αντίστασης» περιγράφουν δύο επιζώντες, ο Νίκος Νικολάου και ο Ανδρέας Νικολάου Θεμιστοκλέους, από την Πάφο. Το ΚΥΠΕ συνομίλησε μαζί τους με αφορμή την επιστροφή του Λεωφορείου στην Πάφο μετά την αποκατάσταση και επιδιόρθωση του.

KORANTINA HOMES

Ο Νίκος Νικολάου, 63 ετών σήμερα, από την Έμπα της Πάφου, θυμάται το Λεωφορείο της Αντίστασης και το ταξίδι στη Λεμεσό, ο απολογισμός του οποίου είναι δύο νεκροί και δεκαοκτώ τραυματίες.  «Ταξίδι – κόλαση» το χαρακτηρίζει.

«Ήμουν μέσα στο τελευταίο λεωφορείο που έφυγε, οι περισσότεροι επιβαίνοντες από την Έμπα, τη Χλώρακα και τα Κούκλια, μικροί μαθητές», στις 19:00 της 15ης Ιουλίου,  με ενδιάμεσο σταθμό τα Κούκλια, όπου επιβιβάστηκαν ακόμη 6- 7 άτομα. Η διαδρομή συνεχίστηκε από το Ζακάκι με προορισμό το Δημόσιο κήπο της Λεμεσού.

Εκεί, διηγείται, μια γριούλα τους σταμάτησε για να τους πει ότι τους έστησαν ενέδρα στο Ζακάκι και καλύτερα να μετέβαιναν στον προορισμό τους από το Κολόσσι. Όπως διαφάνηκε στη συνέχεια, αφηγείται ο Νίκος Νικολάου, η ηλικιωμένη «ήταν άνθρωπος βαλτός των πραξικοπηματιών».

Ήταν, συνεχίζει, γύρω στις 21:00, σούρουπο, όταν ένα όχημα τους έκοψε το δρόμο, άναψε τους προβολείς και άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί.
«Πόσο μπορείς άραγε να κινηθείς και να προστατευτείς σε ένα τόσο μικρό λεωφορείο στο οποίο επέβαιναν 30 άνθρωποι και οι σφαίρες να σε πλήττουν από αδερφικό χέρι; Δεν μπορούσες καλά-καλά να κινηθείς», θυμάται και προσθέτει, «ήμασταν εγκλωβισμένοι».

Αντισταθήκαμε όσο μπορούσαμε, λέει ο κ. Νικολάου. Αλλά, δύο συνεπιβάτες του αντιστασιακοί, ο Ανδρέας Μακαρίου από την Έμπα και ο Δημήτρης Ζηνιέρης σκοτώθηκαν. Ήταν «ψυχρή δολοφονία», λέει και προσθέτει με πίκρα ότι κάποιοι εξ αυτών που τους επιτέθηκαν, «δυστυχώς βρέθηκαν στελέχη κόμματος αλλά και επώνυμα άτομα της κοινωνίας».

Ξετυλίγοντας το κουβάρι των αναμνήσεων, ο Ν. Νικολάου συνεχίζει την αφήγηση των γεγονότων της ενέδρας, σημειώνοντας ότι κάποιοι από τους συνεπιβάτες του διέφυγαν. Ο ίδιος μαζί με άλλους συνελήφθη από τους πραξικοπηματίες.Ο μικρός του αδερφός Γιαννάκης τραυματίστηκε. Στο Λεωφορείο της Αντίστασης είχε επιβιβαστεί με τα δύο αδέρφια του και η οικογένεια του πληροφορήθηκε ότι ήταν όλοι ζωντανοί μετά από δύο μήνες, αφού στο μεταξύ η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο.

Οι πραξικοπηματίες μετέφεραν τους αντιστασιακούς που συνέλαβαν, στο στρατόπεδο στα Πολεμίδια. Εκεί ο Νίκος Νικολάου, συνάντησε και πολλούς γνωστούς του από την Πάφο. Στις 5 τα ξημερώματα της επόμενης μέρας τούς μετέφεραν στο Νοσοκομείο και από εκεί στα κελιά αστυνομικού σταθμού, που είχε παραδοθεί στους πραξικοπηματίες, μέχρι την Τρίτη το απόγευμα.

«Μας έβαλαν ασπίδα για να καταλάβουν τον αστυνομικό σταθμό», αφηγείται. Από εκεί τους μετέφεραν με στρατιωτικά λεωφορεία στις κεντρικές φυλακές, όπου έμειναν μέχρι την αποφράδα ημέρα της εισβολής όταν άρχισαν οι βομβαρδισμοί …

«Μας άνοιξαν τα κελιά για να φύγουμε και να γλυτώσουμε», διηγείται και συμπληρώνει ότι αργότερα βρέθηκε στη Βασίλεια, να πολεμά εναντίον των Τούρκων εισβολέων.

Ο κ. Νικολάου εκφράζει την ικανοποίηση του που το Λεωφορείο της Αντίστασης που αποτελεί «σύμβολο της Δημοκρατίας», σήμερα έχει αποκατασταθεί. Αναμένουν ωστόσο να δουν πού θα τοποθετηθεί. Οι ίδιοι, σημείωσε, επιθυμούν να εγκατασταθεί στο πάρκο της Αντίστασης.

Το νήμα της αφήγησης παίρνει ο Ανδρέας Νικολάου Θεμιστοκλέους και μας μεταφέρει στο 1972, όταν είχε ενταχθεί ως μέλος στην  Ένωση Αγωνιστών Πάφου, με αρχηγό τον Μίκη Τεμπριώτη. Με μεγάλη συγκίνηση ο κ. Θεμιστοκλέους αναφέρθηκε με δηλώσεις του στο ΚΥΠΕ στα εκατοντάδες άτομα που έφυγαν από την Πάφο με το «Λεωφορείο της Αντίστασης» αλλά και με φάλαγγα αυτοκινήτων.

Η οργάνωση, είπε,  έγινε για να υπερασπιστεί τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, εναντίον του οποίου έβαλλε η ΕΟΚΑ Β’, επιχειρώντας την ανατροπή του. Απώτερος σκοπός της ΕΟΚΑ Β’, «που χρησιμοποίησε όλα τα ανέντιμα μέσα, που είχε στα χέρια  της ήταν η φυσική εξόντωση του Μακάριου και η πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας». Δηλαδή, συνέχισε, “ανατίναξαν αστυνομικούς σταθμούς, ανατίναξαν κυβερνητικά κτίρια, σκότωναν – δολοφονούσαν νομιμόφρονες πολίτες του Κράτους όπως τον Ανδρέα Άρμεύτη στη Λεμεσό, τον Στέλιο Μαύρο από τις Πλάτρες, τον Ανδρέα Έλληνα στην περιοχή του Σουέζ στη Λεμεσό και άλλους”.

«Όταν είδαμε ότι γίνονταν δολοφονίες από την αντιπέρα όχθη, την ΕΟΚΑ Β’, η οργάνωση στην Πάφο, είχε εξοπλιστεί όχι με βαριά όπλα αλλά με όπλα χαμηλής ισχύος με τα οποία ωστόσο δεν μπορούσες να υπερασπιστείς τον εαυτό σου, ούτε τον συναγωνιστή σου». Ο ίδιος την ημέρα του πραξικοπήματος εργάζονταν σε ξενοδοχείο, ήταν οργανωμένος και ειδοποιήθηκε από την  Ένωση Αγωνιστών όπως παρουσιαστεί.

Η αφήγηση συνεχίζεται μέχρι τη μεγάλη μάχη που δόθηκε στον δημόσιο κήπο της Λεμεσού.  Ο ίδιος επέβαινε σε μικρό όχημα τύπου Land Rover μαζί με άλλα τέσσερα –  πέντε άτομα. Όλα αυτά, ενώ είχαν θέσει υπό τον έλεγχο τους την κατάσταση στην Πάφο.  Το αυτοκίνητο ανήκε στο Λάκη Ζαμπά που το είχε για τη μεταφορά ψυγείων. Στο ύψος του Πισσουρίου ο κ. Θεμιστοκλέους κοίταξε πίσω και είδε μεγάλο αριθμό αυτοκινήτων, όπως είπε, να τους ακολουθούν. Ο Μίκης Τεμπριώτης τους έδωσε οδηγίες να ακολουθήσουν τον δρόμο νότια της Επισκοπής. Εφθασαν στο εργοστάσιο της οινοβιομηχανίας ΛΟΕΛ. Εκεί υπήρχαν οδοφράγματα όπου είδαν δύο Τ/κ οπλισμένους που αρχικά αρνήθηκαν να ανοίξουν τον δρόμο . Στη συνέχεια όμως, «αφού τους εξηγήσαμε ότι πίσω ακολουθούσε φάλαγγα αυτοκινήτων με 1000 ανθρώπους και ότι το πρόβλημα δεν ήταν με τους Τούρκους αλλά μεταξύ μας», απομάκρυναν το οδόφραγμα και τους επέτρεψαν την διέλευση.

Η ρίψη πυροβολισμών, όπως θυμάται ο κ. Θεμιστοκλέους, άρχισε όταν έφτασαν στα υποστατικά Χατζηπαύλου, χωρίς ανθρώπινες απώλειες.

Μόλις έφθασαν στην είσοδο του Δημόσιου Κήπου δέχτηκαν καταιγιστικά πυρά και πήραν θέσεις μάχης.  Οι πραξικοπηματίες δεν είχαν καθαρή οπτική επαφή μαζί τους, κυρίως λόγω της υψομετρικής διαφοράς. Θυμάται όμως και τον Μίκη Τεμπριώτη που ήταν τραυματισμένος, με ματωμένο το πρόσωπο.

Ο κ. Θεμιστοκλέους θυμάται στη συνέχεια το ίδρυμα Άγιος Στέφανος που ήταν για παιδιά με ειδικές ανάγκες. Υπεύθυνος ήταν ένας ιερέας που συνεργάστηκε πολύ, όπως είπε, με τους άνδρες που οχυρώθηκαν στο κτήριο. Τα παιδιά τα είχε μεταφέρει αλλού για ασφάλεια. Η οχύρωση των ανδρών εκεί, έγινε όπως εξήγησε, γιατί δεν μπορούσαν να προχωρήσουν, αφού θα τους έπλητταν τα πυρά που ερχόντουσαν από την πλευρά του δημόσιου κήπου.  Οι πυροβολισμοί κόπασαν όταν τους πλησίασε ο αστυνομικός Λάμπρος Λάμπρου ένοπλος, που τους μετέφερε οδηγίες ότι ο Μίκης Τεμπριώτης τους ειδοποίησε να επιστρέψουν στην Πάφο. Ο κ. Θεμιστοκλέους ενημέρωσε τους άνδρες για την επιστροφή στην Πάφο. Όπως θυμάται, κάποιοι αντέδρασαν γιατί επιθυμούσαν να  μείνουν και να συνεχίσουν την αντίσταση.

Ο Ανδρέας Θεμιστοκλέους, συγκλονισμένος ακόμα και σήμερα, αναφέρεται στο θάνατο του καλού του φίλου, αστυνομικού, συμμαθητή του, Άντη Παπαδόπουλου.  «Ήταν ξημερώματα Τρίτης όταν μαζί με τον Νεόφυτο Χριστοδούλου καλύψαμε την επιστροφή των τριών – τεσσάρων αυτοκινήτων που μετάφεραν την προηγούμενη μέρα στο χώρο μετά τον δημόσιο κήπο, προς τις αποθήκες Κότσαπα ή Θεοδοσίου». Μπήκαν στα οχήματα της επιστροφής… μόλις έφθασαν στο Γ.Σ.Ο.  Κάποιοι τους κάλυπταν από τους πυροβολισμούς που έρχονταν από τους δρόμους προς τον παραλιακό. Προχώρησαν στο Ζακάκι όπου βρίσκονταν σε εξέλιξη η σύγκρουση των αντιστασιακών που είχαν πέσει σε ενέδρα μελών της ΕΟΚΑ Β’ και του στρατού. Στην αντεπίθεση ο Άντης, ο φίλος του, έπεσε νεκρός. Άλλος συναγωνιστής τους έστρεψε το παλιό όπλο που κρατούσε, του 1940, κατά του δολοφόνου του Αντη. Του προκάλεσε τραύμα στο πρόσωπο πριν το όπλο πάθει εμπλοκή και ως εκ τούτου τον αναγνώρισε όταν η οικογένεια του Αντη κινήθηκε δικαστικά αν και χωρίς κατάληξη λόγω των γεγονότων που ακολούθησαν.

Eρωτηθείς πώς αισθάνεται που το Λεωφορείο της Αντίστασης αποκαταστάθηκε και επέστρεψε στην Πάφο, ο κ. Θεμιστοκλέους αναφέρει πως αισθάνεται ότι δεν πρόσφεραν τίποτα. «Αφού ο τόπος μας σκλαβώθηκε», απαντά με πίκρα.

Η πίκρα αφορά και άλλες πτυχές της τραγωδίας του 74. «Η ατιμωρησία στον τόπο μας έχει γίνει θεσμός… Ο Φάκελος της Κύπρου ουσιαστικά δεν άνοιξε ώστε να αποκαλυφθούν οι πρωταίτιοι του εγκλήματος σε βάρος του κυπριακού λαού», λέει.

Αναφέρθηκε ακόμη και στην κάρτα νοσηλείας που ζήτησαν να τους παραχωρηθεί  από δύο αρμόδιους Υπουργούς, αλλά που δυστυχώς, όπως είπε, δεν ανταποκρίθηκαν.

«Ως ελάχιστο φόρο τιμής», ο κ. Θεμιστοκλέους θέλησε, ολοκληρώνοντας την αφήγησή του, να υπομνήσει ορισμένα ονόματα αντιστασιακών Παφιτών, που σήμερα δεν βρίσκονται ανάμεσα μας, όπως ο Σωτήρης Μιχαήλ, Νίκος Παναγιώτου, Κώστας Σαπαρίλλας, Ανδρέας Αγαθοκλέους, Ανδρέας Στυλιανού (Ππόλος), Νεόφυτος Χριστοδούλου, πατήρ Παπανικολής, Γεώργιος Δημητριάδης και Σάββας