Από τον καφέ στα παραμύθια… Της Βασιλικής Νεοφύτου 

       
      
       

Σε  μια φωλιά, που έμοιαζε με καρδιά, είχε
απλωθεί η μελαγχολία. Τα πουλιά, που την
 
ζωντάνευαν με τα τιτιβίσματα τους, είχαν
πετάξει και την θέση τους πήρε η σιωπή και η
 
μοναξιά. Σπάνια κάποια μέλισσα η πεταλούδα
πλησίαζε την φωλιά και η θλίψη έφευγε για
 
λίγο. Μετά όμως όταν απομακρυνόταν, η φωλιά
 
ένιωθε πόνο.

   
               

Έτσι περνούσε ο καιρός, δύσκολα, βασανιστικά.
Η φωλιά άρχισε να πιστεύει ότι δεν θα
 
ζωντάνευε ποτέ πια. Τότε ένα αγέρι την άγγιξε
απαλά και την παρηγόρησε λέγοντας της ότι δεν
 
θα αργούσε η μέρα της χαράς.
 


    Θα έρθουν τα πουλιά; Ρώτησε με αγωνία η 
φωλιά.
-Θα δεις, της απάντησε ο άνεμος και μετά
φύσηξε το κλωνάρι με την φωλιά και αυτή
λικνίστηκε ευχάριστα. 
 
Στις επόμενες μέρες η φωλιά δεν ένιωθε τόσο μόνη γιατί είχε
 
την συντροφιά του ανέμου που ήταν τόσο καλός μαζί της.
Τους ζήλεψαν όμως οι άλλοι αέρηδες και βάλθηκαν να
 
καταστρέψουν την φωλιά
φυσούσαν δυνατά αλύπητα και το 
 αγέρι δεν μπορούσε να τους σταματήσει…
Ώσπου την έριξαν στην γη
 
Μετά έφυγαν αλλού..

Η φωλιά πόνεσε πολύ, μετά άρχισε να νιώθει τρομαγμένη στην 
σκέψη ότι δεν θα φιλοξενούσε ποτέ 
 πια στην αγκαλιά της
τα φιλαράκια της τα πουλιά 
   
Μια μέρα ρώτησε τον φίλο της τον άνεμο πότε θα ερχόταν η χαρά που της είχε υποσχεθεί;
Kαι αυτός της απάντησε ότι θα εμφανιζόταν την άνοιξη και να μην ανησυχεί
Η φωλιά απορημένη ξαναρώτησε
    Μα πως το ξέρεις αυτό;
To αγέρι της απάντησε

Βλέπεις εγώ πηγαίνω όπου θέλω και βγάζω συμπεράσματα , 
έχω παρατηρήσει 
 πως η άνοιξη κάνει πολλά θαύματα 
και σίγουρα ετοιμάζει κάτι ωραίο και για σένα
 
επειδή είσαι μια ζεστή καρδιά γεμάτη αγάπη
Η φωλιά άκουσε συγκινημένη τα λόγια του
 
και αποφάσισε να περιμένει
 
Σε λίγο καιρό ένιωσε 
 ζεστές αύρες να την χαϊδεύουν 
Πάνω της ο ουρανός γινόταν όλο και πιο γαλανός
 
Το δέντρο από το οποίο είχε πέσει γέμισε με ανθούς και πουλιά
 
Η φωλιά ένιωθε μεγάλη συγκίνηση
 
Μα γρήγορα αυτή η συγκίνηση έγινε απογοήτευση
όταν είδε ότι τα πουλιά έκτιζαν τώρα νέα φωλιά αγνοώντας την ίδια που ήταν κρυμμένη στα χόρτα

Προσπάθησε να φωνάξει για να την δουν αλλά κανένας ήχος δεν έβγαινε από αυτήν 
Ένιωσε μεγάλη στεναχώρια η μικρή φωλιά και όταν την πλησίασε ο άνεμος δεν ήθελε να του μιλήσει
αυτός την χάιδεψε και την παρηγόρησε γλυκά
η φωλιά για μια 
 ακόμη  φορά άρχισε να ελπίζει
Τότε ένιωσε κάτι περίεργο μέσα της να ζωντανεύει και σε λίγο τι να δει…
Μια αιθέρια ύπαρξη της ψιθύριζε λόγια ασυνήθιστα τραγουδιστά και διερωτήθηκε η φωλιά τι συμβαίνει και άκουσε μια λεπτή φωνή να της λέει
 
Είμαι η ποίηση…
Ρώτησε και πάλι η φωλιά
    Δηλαδή; 

Είμαι η έκφραση του πόνου και της λύπης μα και της χαράς και της έμπνευσης 
με μένα δεν θα είσαι 
 ποτέ πια μόνη  
και με τον άνεμο παρέα θα τραγουδάμε την ζωή
 
που είναι τόσο ωραία
αναστέναξε η φωλιά καρδιά συγκινημένη που είχε στα σπλάχνα της την ποιητική έμπνευση και ευχαρίστησε τον άνεμο
αυτός απάντησε σεμνά. Την ζωή να ευχαριστούμε όλη για όσα μας προσφέρει
 
Ναι την ζωή ας υμνήσουμε που είναι τόσο γενναιόδωρη
 
Εκείνη την στιγμή την αντιλήφθηκαν τα πουλιά
 
Χαρούμενα που την βρήκαν και με την βοήθεια του ανέμου την σήκωσαν πάνω στο δέντρο δίπλα στην νέα τους φωλιά
 

Σε λίγο καιρό τα τιτιβίσματα και τα ποιητικά  άσματα γέμισαν το δάσος 
Η Θεά άνοιξη ήταν στις δόξες της και με ασυγκράτητη μαεστρία στόλιζε
λόφους και πεδιάδες θάμνους και δέντρα
Τα πουλιά κελαηδούσαν όλη μέρα και η ποίηση ονειροπαρμένη αράδιαζε στιχάκια για την ανάσταση της φύσης
Ο άνεμος τα ανασήκωνε τα έσμιξε με το θρόισμα του δέντρου και η μελωδία τους έκανε την φωλιά να αισθάνεται τρισευτυχισμένη
 
Όλη η φύση ακτινοβολούσε χαρά και ευλογία , πολυχρωμία και αγάπη και καλούσε όλους να βγούνε έξω να την ζήσουν 
 

Ακούστε ΠΙΟ ΚΑΤΩ την συγγραφέα Βασιλική Νεοφύτου να απαγγέλνει η ίδια το παραμύθι της. 

_

.